Ο «πατέρας» του αμερικανικού θεάτρου Ευγένιος Ο’ Νιλ, με ευρωπαϊκές ρίζες που απλώνονται από την αρχαιοελληνική τραγωδία ως τον Σαίξπηρ και τους νεότερους Ίψεν και Στρίντμπεργκ, άφησε με τη σειρά του ως κληρονόμους και συνεχιστές του μία πλειάδα χαρισματικών Αμερικανών συγγραφέων -Τένεσι Ουίλιαμς, Θόρντον Ουάιλντερ, Άρθουρ Μίλερ, Έντουαρντ Άλμπι, Σαμ Σέπαρντ, Ντέιβιντ Μάμετ-, τους οποίους μας πρωτογνώρισε ο Κάρολος Κουν -καλή του ώρα- με το αξεπέραστο Θέατρο Τέχνης.
Το θέατρο του Μάμετ ξεκινάει από την κοινωνική κριτική ενός Άρθουρ Μίλερ για να επικεντρωθεί στην αποκάλυψη του ψεύδους του «αμερικανικού ονείρου» και να ξεσκεπάσει την απάτη του δήθεν «αυτοδημιούργητου ανθρώπου». Αλλά δεν μένει μόνο εκεί, στην επιφανειακή αποτύπωση -με κατασκευαστική δεινότητα- των καταχθόνιων κατασταλτικών μηχανισμών του συστήματος που απομονώνει και καταστρέφει όσες ανθρώπινες μονάδες υπερέχουν, επειδή θεωρεί -σωστά από την πλευρά του- ότι απειλούν την κυριαρχία του. Ο Μάμετ μπήγει το νυστέρι βαθιά στο πλέγμα των ασφυκτικών οικογενειακών και άλλων ψυχαναγκαστικών συνδρόμων με ρίζες βαθιές στην παλιά αμαρτωλή Ευρώπη που, με τους ποικιλώνυμους πουριτανισμούς της, γέννησε τη δυστοπία τού να είσαι άνθρωπος, μετατρέποντας το όνειρο της ανθρώπινης ελευθερίας σε εφιάλτη.
Πνευματικό κενό
Το θέατρο του Μάμετ είναι κατά κάποιον τρόπο ένα «κουτί με διπλό πάτο» α λα Στρίντμπεργκ και πρέπει, ψηλαφώντας στα σκοτεινά, να βρεις το κουμπί που ελευθερώνει το κρυφό ελατήριο και τινάζεται αμέσως ο δαίμων της γραφής του. Αυτό ισχύει κατεξοχήν για «Το δάσος», ένα έργο ονειρικού συμβολισμού τοποθετημένο στην καρδιά ενός χαμένου παραδείσιου δάσους, όπου έχει το καταφύγιό του ένα αρχέγονο, αθώο, ενωμένο «ανδρόγυνο» πλάσμα, που ο αιώνιος ζηλωτικός «δαίμων», με τη μορφή του πειρασμού, επεμβαίνει για να το χωρίσει σε δύο ανεξάρτητα κραταιά «έτερα» σώματα, τον άνδρα και τη γυναίκα, που από τότε βρίσκονται σε ασίγαστη, αιώνια πάλη. Και δεν πρόκειται απλά για τον συνηθισμένο ρηχό ευρωπαϊκό, επιπόλαιο συμβολισμό. Το έργο κατάγεται από τον ονειρικό ρεαλισμό και τον ραγισμένο συμβολισμό ενός Στρίντμπεργκ που συναντάμε σε έργα του όπως «Η πιο δυνατή», «Εγκλήματα και εγκλήματα» και το καταληκτικό «Προς Δαμασκόν», που επισημαίνουν το απόλυτο πνευματικό κενό του «καινούργιου ανθρώπου» σαν ένα χαίνον τραύμα της ενιαίας αρχέγονης ψυχοσωματικής του υπόστασης.
Γυναίκα και άνδρας
Ο έμπειρος σκηνοθέτης Θοδωρής Αμπαζής, στην καλή μετάφραση της Έλσας Ανδριανού, το κατάλαβε αυτό και δίδαξε με ανάλογο ονειρικό τρόπο το έργο, «στριντμπεργκικά», με φαντασία και λόγο, σαν μια «αφήγηση σφηνωμένη στα πλευρά μιας παράστασης που αιμορραγεί», για να παραφράσουμε λίγο τον Μπαρτ. Η Ρουθ και ο Νικ ως Αδάμ και Εύα, λοιπόν - περί αυτού πρόκειται και σε τέτοιο έδαφος πατάμε. Μέσα στο οργιαστικό «πράσινο» σκηνικό και στα ενδύματα πρωτοπλάστων της Νίκης Ψυχογιού κινούνται οι «πήλινοι» ήρωές μας, η αιώνια γυναίκα και ο βιαστικός προσωρινός άνδρας. Η Δήμητρα Χατούπη είναι υπέροχη σε όλα της, διχασμένη ανάμεσα στην ανδρική απαίτηση του ιδεώδους που καταπιέζει και στην αυτοκαταστροφική της γυναικεία εσωστρέφεια που εύλογα και πληθωρικά αναδεικνύει, «στρέφοντας τα νώτα» στην ανοιχτή θάλασσα της γυναίκας. Αντίστοιχα, ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος είναι εξαιρετικός τόσο στο αρσενικό κτητικό κομμάτι της απαίτησης που προβάλλει, όσο και στο καταπιεσμένο της υποταγής που τον τυραννάει. Αυτά όλα κάτω από τους υποβλητικούς φωτισμούς του Γιώργου Αγιαννίτη και την ωραία διακριτική μουσική της επί σκηνής Βάσιας Παππά σε μια πλήρη, συμπαγή παράσταση. Χαιρέτωσαν.