Live τώρα    
Θέατρο / Η συνείδηση και το πάθος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θέατρο / Η συνείδηση και το πάθος

th

Ο Ίψεν, στην αρχή της σταδιοδρομίας του ως καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης στο Θέατρο της Χριστιανίας, υποχρεωμένος να ανεβάζει δύο γαλλικά «ελαφρά έργα» ή «μπουλβάρ» τη σεζόν, θήτευσε για αρκετά χρόνια στο είδος αυτό του «καλογραμμένου γαλλικού έργου» μιας συζυγικής συνήθως κωμωδίας με φαρσικά στοιχεία που διαθέτει πάντα αίσιο τέλος, με τον ανοικονόμητο, μπερμπάντη, άπιστο σύζυγο να επιστρέφει μετανιωμένος στην αλώβητη συζυγική εστία και στην πιστή συμβία του.

Αυτό το θεατρικό είδος παρέλαβε ο Ίψεν, το αφομοίωσε, κράτησε μόνο το στοιχείο της τέλειας φόρμας του «καλογραμμένου γαλλικού έργου» και... το υπονόμευσε τοποθετώντας κάτω από το «χαλί» του αστικού σπιτιού μια «βόμβα» ωρολογιακή που θα εκραγεί και θα το «ανατινάξει» με καταλύτη τη «σχιζοφρένεια» των ενοίκων του, όταν η πλοκή το απαιτεί. Και έγινε, έτσι, το παράδοξο, από τη μετάλλαξη αυτού του ταπεινού θεατρικού είδους να ξεπηδήσει η νέα, σύγχρονη τραγωδία, ντυμένη σε εντελώς καινούργια, απροσδόκητη, αστική φόρμα. Αυτό αποδείχθηκε και έμπρακτα, με τη θηριώδη αντοχή του είδους στον χρόνο. Σήμερα δεν το αμφισβητεί πια κανείς.

Η αληθινή Έντα Γκάμπλερ

Πολλοί είδαν τα αστικά δράματα του Ίψεν ως «ρεαλιστικά», αλλά τι είναι ρεαλιστικό στην Τέχνη και στη ζωή δεν το ξέρουμε. Η πραγματικότητα είναι υπερρεαλιστική αλλά δεν το καταλαβαίνουμε επειδή... την έχουμε συνηθίσει ως πραγματικότητα. Ταυτίζουμε το αληθινό με το πραγματικό, με ό,τι συμβαίνει, όχι με ό,τι μπορεί να συμβεί και… εφησυχάζουμε.

Τέτοια είναι η Έντα Γκάμπλερ. Όχι ρεαλιστική, αλλά αληθινή. Και η αληθινή της αλήθεια μας καίει επειδή η γυναίκα αυτή, όπως λέει ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος, «είχε το θάρρος να περάσει μόνη, γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα, μια θάλασσα πλατιά και φουσκωμένη, από τον γλυκασμό πολλών αγγέλων». Είναι ρομαντική η ηρωίδα μας, όπως πολλοί τη χαρακτηρίζουν; Όχι, καθόλου. Ο Ίψεν πάλι εδώ, με τη γνωστή του μαγική ικανότητα της μεταμόρφωσης, μέσα στις άλλες ενδεχόμενες πηγές της έμπνευσής του, αποσπά τη ρομαντική ηρωίδα της συγκινητικής όπερας «Τανχόιζερ» του Βάγκνερ, διχασμένης ανάμεσα σε δύο ρομαντικούς έρωτες, και τη μεταλλάσσει σε μια απόλυτη γυναίκα, διψασμένη για ζωή, πρωταγωνίστρια μιας υπαρξιακής τραγωδίας σκληρής σαν το διαμάντι και ταυτόχρονα μιας ανελέητης μαύρης κωμωδίας. Είναι ή δεν είναι αυτό το απόλυτο κατόρθωμα ενός μάγου της θεατρικής γραφής και πράξης; Μέσα σε αυτό το έργο του Ίψεν, όπως και σε όλα του, κοιμάται μια ολόκληρη παράσταση τραγωδίας του εσωτερικού μας χώρου, με την πρωταγωνίστρια, τους δευτεραγωνιστές και τον χορό των άλλων προσώπων της, ήδη σκηνοθετημένη από τον συγγραφέα της, έτοιμη να βγει στη σκηνή. Και πρέπει εμείς να την ξυπνήσουμε χωρίς να την τρομάξουμε, για να μην μας φύγει.

Με σεβασμό στο κείμενο και έμπνευση

Αυτό ακριβώς κατορθώνει η προσεκτική, επιμελημένη σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά στο Θέατρο Προσκήνιο, βασισμένη στην άριστη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα: να ξυπνήσει την παράσταση που κοιμάται μέσα στο κείμενο, δίχως να την τρομάξει και να μας φύγει. Με στέρεους ρυθμούς, με ύφος ενιαίο μιας υπνοβατούσας πραγματικότητας και με ζωντανούς ανθρώπινους χρόνους. Με σεβασμό στο κείμενο, χωρίς δραματουργικές αυθαιρεσίες και άλλα παρόμοια.

Εμπνευση, φαντασία και τόλμη χαρακτηρίζουν τον σχεδιασμό των ρόλων, την υλική τους πραγμάτωση και την τελική επεξεργασία. Η χαρισματική Ανθή Ευστρατιάδου ως Έντα είναι έξοχη, ενώνοντας ιδανικά, σωματικά και πνευματικά, το μέσα και το έξω της τραγικής ηρωίδας, τη συνείδηση και το πάθος. Ο Φιντέλ Ταλαμπούκας δίνει οικεία μορφή και διάνοια στον σχολαστικό Γιόργκεν Τέσμαν και ο Έκτορας Λιάτσος δίνει ποιητικά τον «ποιητή» Άιλερτ Λέβμποργκ. Ως κυνικός Δικαστής Μπρακ ο Χρήστος Λούλης είναι άκρως πειστικός. Η Ιωάννα Δεμερτζίδου δίνει με ακρίβεια τη δίβουλη Τέα και η Τζωρτζίνα Δαλιάνη είναι σωστή ως Γιουλιάνε Τέσμαν παρά την ηλικιακή διαφορά του ρόλου.

Το σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είναι ομιλούντες ρόλοι, η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου άρτια, οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη καίριοι, η μουσική του Γιώργου Ραμαντάνη ωραία και λειτουργική.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0