Live τώρα    
Κυριακή Διάμεση / «Όπως αξίζει να πεθαίνουν οι άνθρωποι»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κυριακή Διάμεση / «Όπως αξίζει να πεθαίνουν οι άνθρωποι»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Δεκαπέντε μικρές ιστορίες υφαίνουν ένα μωσαϊκό αποχαιρετισμών, όπου η ζωή και ο θάνατος γίνονται δυο χέρια που πλέκονται, άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βίαια. Το ύφος της γραφής της είναι βιωματικό, αλλά και στοχαστικό, προσκαλώντας μας να αναρωτηθούμε τι σημαίνει τελικά να ζουν και να πεθαίνουν οι άνθρωποι «όπως αξίζει».

Μιλήσαμε με τη Διάμεση Κυριακή για το βιβλίο της, τις θεματικές που το διατρέχουν και την αφηγηματική της προσέγγιση.

Ο τίτλος «Όπως αξίζει να πεθαίνουν οι άνθρωποι» υποδηλώνει μια φιλοσοφική ή υπαρξιακή προσέγγιση. Τι σημαίνει για εσάς;

Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, καμία προσέγγιση φιλοσοφική ή υπαρξιακή....ακριβώς αυτό που λέει: «Τότε ήταν που αποφάσισε για τον άντρα που λάτρευε να πεθάνει σαν παππούς πλήρης ημερών στην πολυθρόνα του, εκεί που κειτόταν άνευρος εδώ και τόσο καιρό, στην αγκαλιά της, στο σπίτι του, μπροστά στο τζάκι, ανάμεσα στα παιδιά του, με τη μικρή πάνω του, όπως αξίζει να πεθαίνουν οι άνθρωποι, κι όχι μέσα στα αποστειρωμένα δωμάτια των νοσοκομείων που βρωμούσαν ορό και φορμόλη», γιατί ο θάνατος που ο καθένας αξίζει είναι στην αγκαλιά των ανθρώπων που αγαπάει.

Γιατί επιλέγουνε το θάνατο; 

Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, για να επιβιώσουμε, γιατί επιβιώνω σημαίνει έχω ακόμα κάποιο λόγο να ζήσω.

Στην πρώτη ιστορία «ο εντυπωσιακός άντρας,.., με μεγάλα χέρια,... , σχεδόν απαρατήρητος» σκοτώνει για να σώσει τη Νίκη από την επίθεση του αντρικού όχλου της ταβέρνας, στη δεύτερη, η γυναίκα καταδικασμένη σε ισόβια γιατί «τον είχε χτυπήσει πολλές φορές με το τσεκούρι,…  και μετά είχε ξαναχτυπήσει το πτώμα για να σιγουρευτεί ότι δεν θα σηκωνόταν να την αρπάξει και να κάνει αυτό που της έκανε κάθε βράδυ.», ξαναβρίσκει τον νεανικό της έρωτα «με τα χέρια ανάμεσα στα κάγκελα».

Στην τρίτη ιστορία, έρωτας σταθερός πέρα από το θάνατο και στη τέταρτη  η απάντηση στην αδικία. Η γυναίκα με τη ροζ κάλτσα οδηγείται ακούσια στο τέλος γιατί δεν αντέχει τη ζωή της και ο άστεγος αποφασίζει να φύγει γιατί «δεν είχε αποφασίσει τι θα της πει». Η γιαγιά Τερέζα «παραμένει στην αθανασία της, …, επιβάλλει μ’ έναν τρόπο τελεσίδικο την ηρεμία στην οικογένεια, μέσα σ’ ένα σύννεφο θλίψης και τρόμου ανεξήγητου» και ο εξηντατριαχρονος Μπιλ σκοτώνει τη γυναίκα που αγαπάει από ζήλεια.

Ο μπάρμπα Γιάννης δεν προλαβαίνει το πλοίο για το νησί του και ο πατέρας ντύνει «τα παιδιά με τα καλά τους» γιατί «δεν μπορούσε να πείσει κανέναν ότι ήταν μια απλή διαρροή γκαζιού που η καημένη η γυναίκα του άργησε να καταλάβει και ότι εκείνος είχε όλο το φταίξιμο, εκείνος που στάθηκε για ένα κρασί στην πλατεία με κάτι παλιούς φίλους», Η Μαρία κάνει αυτό που δεν πίστευε ποτέ, από «μια σκέψη τόσο ανόσια για μια πράξη τόσο αναγκαία ώστε να λυ­τρωθεί η βάρβαρη ψυχή του» και το κορίτσι στο ΣΚΑ επιλέγει το θάνατο χωρίς να ξέρουμε γιατί. Η τελευταία ιστορία είναι ο «Μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι…».

Υπάρχουν πραγματικά γεγονότα ή προσωπικές εμπειρίες που επηρέασαν τις αφηγήσεις σας;

Όλες οι ιστορίες ξεκινάνε από αληθινά μικρά περιστατικά, από πραγματικά σκηνικά, όπως από εκείνη την ταβέρνα, την «Μυρτιά, στη Κυψέλη, όπου έχω εμπνευστεί πολλές από τις ιστορίες και τους χαρακτήρες μου. Η γυναίκα της οδού Πρασσά, το 5ο Γενικό Λύκειο που φιλοξένησε τους πρόσφυγες…η γυναίκα με τη μια ροζ κάλτσα, μία αλκοολική, άστεγη, πού ανέβαινε την Αγίου Μελετίου και την έβλεπα τακτικά να παραμιλάει, να κάνει παράξενες χειρονομίες. Οι παλιές ιστορίες έρωτα χαμένες μέσα στο χρόνο είναι δίπλα μας, είναι οι δικές μας ιστορίες, είναι αφηγήσεις των φίλων μας, των παππούδων μας.

Ποιες θεματικές συνδέουν τις μικρές ιστορίες του βιβλίου και τι σας ενέπνευσε να τις γράψετε;

Ο κοινός θεματικός άξονας για όλες τις ιστορίες είναι ο θάνατος. Και η ζωή. Η ζωή μέχρι το αναπόφευκτο. Γιατί αναπόφευκτος είναι ο θάνατος, είτε τον επιλέγουμε, είτε όχι. Αλλά και η ζωή μπορεί να γίνει αναπόφευκτη. Η έμπνευση ξεκινάει με μια αφορμή, από μια στιγμή. Μια σκηνή ή μια αφήγηση ή ακόμα και μία εικόνα πού με εντυπωσιάζει, με τρομάζει, και γίνεται αφορμή για την ιστορία πού ακολουθεί. Με εμπνέει η πόλη, το αστικό τοπίο, οι φιγούρες τα καφέ, στα μπαρ στα καφενεία και στις ταβέρνες, αλλά και τυπικοί χαρακτήρες μικροαστικής κοινωνίας, ίσως  λίγο παρωχημένοι. Με εμπνέει η  καθημερινότητα… γιατί και τα μικρά και τα μεγάλα εκεί είναι, και τα πιο τραγικά και τα αστεία, δίπλα μας.

Πώς επιλέξατε τη δομή των ιστοριών; Υπάρχει κάποια ιδιαίτερη αφηγηματική τεχνική που χρησιμοποιήσατε;

Σίγουρα, το «nouveau roman», αλλά και η γραφή του μαγικού ρεαλισμού με έχουν επηρεάσει πολύ. Συχνά δεν επιλέγω τη χρονική αλληλουχία, αλλά, αρχίζω μια σκηνή που θα εξηγήσει το περιστατικό πιο ύστερα, ας πούμε ότι χρησιμοποιώ τη τεχνική in medias res την πρόδρομο ή αναδρομική αφήγηση. Υπάρχουν στοιχεία εγκιβωτισμού, παντελής έλλειψη ευθέος λόγου, απότομη εναλλαγή στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον:

«Τον κοίταζε ακριβώς όπως την πρώτη φορά στη φυλακή, κουρασμένος μέσα στην απελπισία της αναμονής της ελευθερίας, κι εκείνη μ’ ένα βλέμμα γελαστό χωρίς λόγο, θρασύ, ευθύ, τον χάιδευε ολόκληρο, βγαίνοντας από τη λάσπη των καταραμένων ημερών, μια γυναίκα γι’ αυτόν, μια άγνωστη που θα την έβλεπε αδιάλειπτα κάθε βράδυ στον ύπνο του, ακόμα κι όταν μερικούς μήνες αργότερα την είχε κάθε βράδυ στην αγκαλιά του. Είδε τα ίδια μάτια, σχιστά και λαμπερά, τη σκοτεινή λάμψη του αιλουροειδούς˙ είδε καθαρά το όπλο, αλλά ήταν σαν να έβλεπε κάτι συνηθισμένο, να κρατάει μια καραμπίνα και να τη σημαδεύει, λες και έπεφτε πάνω της να τη φιλήσει, γι’ αυτό και άρχισε να γελάει με το ίδιο γέλιο που είχε πάντα όταν την πλησίαζε, σαν ιππικό σε επέλαση, το ίδιο ακριβώς γέλιο της πληρότητας τις μεγάλες βραδιές.».

 Όσον αφορά τη δομή των ιστοριών δεν σκέφτομαι όταν γράφω, εκ των υστέρων τα συνειδητοποιώ και τα περιγράφω. «Όταν γράφω είναι μια φυσική αφηγηματικά ροή, τα γράφω… μονορούφι.».

Τι θα θέλατε να νιώσει ή να σκεφτεί ο αναγνώστης μετά την ανάγνωση του βιβλίου σας;

Δεν ξέρω... Αρκεί να νιώσει κάτι. Αν έπρεπε να απαντήσω, θα έλεγα ότι θα ήθελα να θελήσει να το ξαναδιαβάσει.

*Η συγγραφέας, Διάμεση Κυριακή, είναι εκπαιδευτικός, με ακαδημαϊκή πορεία στη Γαλλική Φιλολογία και εξειδίκευση στη διδακτική της λογοτεχνίας και της γλώσσας. Έχει διδάξει σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και συμμετέχει ενεργά στην επιμόρφωση καθηγητών. Παράλληλα, γράφει και αρθρογραφεί, εξερευνώντας την ανθρώπινη εμπειρία μέσα από τις λέξεις.  Το βιβλίο της Διάμεσης Κυριακής εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2024 από τις εκδόσεις «Ο Μωβ Σκίουρος».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0