Live τώρα    
Human Touch / «Ο αληθινός δημιουργός οφείλει να μην φοβάται τη φωνή του έργου του»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Human Touch / «Ο αληθινός δημιουργός οφείλει να μην φοβάται τη φωνή του έργου του»

Human Touch
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο μπασίστας Γιώτης Κιουρτσόγλου άρχισε τις σπουδές του στην jazz στη Θεσσαλονίκη και τις συνέχισε στο Λος Άντζελες, ενώ ο Κύπριος πιανίστας Σταύρος Λάντσιας και ο Αμερικανός σαξοφωνίστας και φλαουτίστας David Lynch γνωρίστηκαν όταν σπούδαζαν στην κορυφαία διεθνώς σχολή jazz, στο Berklee School Of Music της Βοστόνης. Με την επιστροφή του πρώτου στην Ελλάδα και τη μόνιμη μετοίκηση των άλλων δύο εδώ συναντήθηκαν και σχημάτισαν τους Human Touch, μια ιστορική και εμβληματική για την εγχώρια jazz σκηνή μπάντα, η οποία κυκλοφόρησε το ομότιτλο πρώτο album της το 1998, που το ακολούθησε το 2004 το «Movin’». Παράλληλα καθένας τους είχε αρχίσει την προσωπική διαδρομή του με πολλές εκλεκτές συνεργασίες ως εκτελεστές, στην περίπτωση δε του Σταύρου Λάντσια και ως ενορχηστρωτής σε αρκετές εργασίες άλλων, καταγράφοντας μια ευάριθμη προσωπική δισκογραφία. Αν και δεν διέκοψαν ποτέ τις, έστω όχι συχνές, ζωντανές εμφανίσεις τους, έπρεπε να περάσουν είκοσι ολόκληρα χρόνια από τον προηγούμενο δίσκο τους για να κυκλοφορήσει σε βινύλιο, CD και ψηφιακά στο τέλος του 2024 ο τρίτος τους με τον τίτλο «Colorblind». Μίλησα μαζί τους για τη σχέση τους με την jazz, η οποία βασίζεται και καθορίζεται πριν από όλα από τη μεταξύ τους ανθρώπινη τε και μουσική

 

Human Touch2

 

 

Τι σας κάνει, ενώ καθένας σας έχει τόσες προσωπικές δραστηριότητες, να επανέρχεστε στην μπάντα, έστω και μετά από πολύ μεγάλα διαλείμματα; Είναι το ίδιο που σας έκανε να σχηματίσετε αρχικά το συγκρότημα ή κάτι διαφορετικό;

 

Γιώτης Κιουρτσόγλου: Το γεγονός ότι ακόμα παίζουμε μαζί δεν είναι τυχαίο, από την πρώτη κιόλας ημέρα υπήρξε μια χημεία μεταξύ μας. Η χαρά και η ανάγκη να παίζουμε μαζί δεν φθίνουν σε όλα αυτά τα χρόνια της συνεργασίας μας, αντίθετα γίνονται πιο δυνατές. Στις προσωπικές μας εργασίες καθένας μας έχει την ευθύνη, ενώ στους Human Touch μοιράζεται στα τρία. Η διαδικασία περνάει από ένα κοινό χωνευτήρι, υπάρχει διάδραση, δρούμε σαν κολεκτίβα και αυτό την κάνει πιο συναρπαστική.

Σταύρος Λάντσιας: Για εμένα οι Human Touch είναι το σπίτι μου. Νιώθω ασφάλεια παίζοντας με τον Γιώτη και τον David, και με ενθουσιασμό επιστρέφω μετά τις προσωπικές μου εξερευνήσεις και μοιράζομαι ό,τι καινούργιο έχω μάθει. Είναι χαρά και τιμή όλα αυτά τα χρόνια να ζω τόσες μουσικές αλλά και προσωπικές στιγμές μαζί τους! Νιώθω όπως την πρώτη φορά που παίξαμε, ότι είναι δύο από τους καλύτερους μουσικούς με τους οποίους έχω συνεργαστεί.

David Lynch: Δεν νιώθω ότι επανερχόμαστε στο γκρουπ, ούτε κάνουμε πολύ μεγάλα διαλείμματα. Οι Human Touch είναι το σπίτι μας. Εννοείται ότι καθένας πηγαίνει «βόλτες» βλέποντας εικόνες, αποκτώντας εμπειρίες και βάζοντας το δημιουργικό πνεύμα του σε μια ποικιλία δραστηριοτήτων. Καθένας μας δουλεύει παράλληλα και τα δικά του projects. Οι καινούργιες ιδέες που φέρνει καθένας μας στο γκρουπ πάντα βρίσκουν έδαφος, έτσι συνέβαινε πάντα με εμάς.

 

Πιστεύετε ότι έχει σημασία για το ύφος, ακόμα και τη δομή της μουσικής σας το ότι ουσιαστικά είστε ένα «πολυεθνικό», πολυπολιτισμικό γκρουπ, ένας Έλληνας, ένας Κύπριος και ένας Αμερικανός;

 

D. L.: Στην αρχή του γκρουπ ίσως ήταν λίγο πιο ξεκάθαρες αυτές οι συγκεκριμένες επιρροές. Κάθε μουσικός εκφράζεται μέσα από τα βιώματά του, που με τα χρόνια γίνονται όλο και πιο πλούσια. Μάλλον επικοινωνούμε όλο και πιο βαθιά με το μακρινό μας παρελθόν και ταυτόχρονα πιο έντονα με το παρόν. Κάθε συνύπαρξη είναι κράμα, χαρμάνι. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι οι διαφορετικές καταγωγές μας συμβάλλουν στην «πολυχρωμία», αλλά είναι δύσκολο πια να ξεχωρίσουμε τις ρίζες κάθε στοιχείου.

 

Το όνομα Human Touch ήταν απλώς ένα που σας άρεσε ή έχει να κάνει και με τη φιλοσοφία και τον τρόπο με τα οποία προσεγγίζετε τη μουσική πράξη;

 

D. L.: Το όνομα εκφράζει την πρόθεση και την προσωπική ανάγκη επικοινωνίας μας με κάτι που είναι άμεσο και αληθινό και ειλικρινές. Πιστεύω ότι αν έχεις ως πηγή έμπνευσής σου το «ανθρώπινο» κομμάτι, η ίδια η μουσική αναλαμβάνει τα υπόλοιπα.

 

Αυτοπροσδιορίζεστε ως jazz συγκρότημα ή ως ένα συγκρότημα που εκκινεί από την jazz για να προχωρήσει και να εξερευνήσει άλλες περιοχές και να κάνει κάτι τελικά δικό του, το οποίο δεν εντάσσεται απόλυτα σε κανένα ιδίωμα;

 

Σ. Λ.: Για εμένα η jazz είναι το πιο φιλόξενο είδος για μείξεις επιρροών. Χαρακτηριστικό του γκρουπ μας πιστεύω είναι η χωρίς προκαταλήψεις μουσική έκφραση με στόχο την επικοινωνία μεταξύ μας και με το κοινό. Ακριβώς επειδή δεν διστάζουμε να μπλέξουμε όλες τις επιρροές μας (jazz, κλασική μουσική, παραδοσιακή, rock κ.ά.) δημιουργούμε στο τέλος τον δικό μας ήχο. Τα πιο συχνά, άλλωστε, σχόλια ακροατών/τριών σε συναυλίες είναι: «Δεν ακούω jazz, αλλά εσείς μου αρέσετε! Κάθε συναυλία είναι διαφορετική. Ποτέ δεν παίζετε τα κομμάτια με τον ίδιο τρόπο».

 

Ο αυτοσχεδιασμός ήταν η «καύσιμη ύλη» της μουσικής σας και εξακολουθεί να είναι; Και αντίστοιχα, ποιο θα λέγατε ότι είναι το πιο σημαντικό και ισχυρότερο στοιχείο της μεταξύ σας χημείας;

 

Γ. Κ.: Ο αυτοσχεδιασμός είναι η «καύσιμη ύλη» και θα συνεχίσει να είναι. Η κοινή πλατφόρμα μας είναι η jazz, μας αρέσει να έχουμε ωραίες συνθέσεις που να συγκινούν και να αφορούν πρώτα απ’ όλα εμάς τους ίδιους έτσι ώστε να «ξανοιγόμαστε» αυτοσχεδιαστικά. Το πιο σημαντικό στοιχείο που υπάρχει μεταξύ μας θα έλεγα ότι είναι η εμπιστοσύνη καθενός στους άλλους, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένας διάλογος χωρίς να φοβόμαστε τη σιωπή ή την παύση.

 

Αν και είστε μια εμβληματική μπάντα για την jazz/αυτοσχεδιαστική σκηνή της χώρας μας, έχετε κυκλοφορήσει ελάχιστους δίσκους, με τον τρίτο μάλιστα να έρχεται είκοσι χρόνια μετά τον δεύτερο. Γιατί συμβαίνει αυτό;

 

Γ. Κ.: Μάλλον ανήκουμε στη γενιά που είχε συνηθίσει να υπάρχουν εταιρείες και να γίνονται προσεγμένες παραγωγές. Βρεθήκαμε μέσα σε αυτή την αλλαγή και για ένα διάστημα «παγώσαμε», ενώ είχαμε συνθέσεις για αρκετούς δίσκους. Αυτό κράτησε κάποια χρόνια μέχρι που να μάθουμε την καινούργια διαδικασία. Πολύ μας βοήθησε σε αυτό η παρατήρηση της νέας εξαίρετης γενιάς μουσικών, που πήραν τα πράγματα στα χέρια τους και έκαναν δικές τους παραγωγές.

 

Ο τίτλος «Colorblind» αναφέρεται στην αχρωματοψία που ίσως έχει ένας από εσάς ή έχει μιαν άλλη, μεταφορική σημασία;

 

D. L.: Ισχύουν και τα δύο. Εκφράζει μία φιλοσοφία ζωής και πρόθεση όπου δεν «φοράμε χρώμα» εκ των προτέρων σε αυτά που συναντάμε. Ιδέες, άνθρωποι, μουσικές, φιλοσοφίες ζωής, όλα αυτά έχουν να μας αποκαλύψουν έννοιες και χρώματα που δεν φανταζόμασταν μέχρι τώρα, αρκεί να αποδεχόμαστε ότι δεν είναι εφικτό να γνωρίζουμε ήδη όλο το φάσμα τους. Έτσι η «παλέτα» μας πάντα έχει χώρο για περισσότερα.

 

Είναι μόνο δική μου αίσθηση ή στο album δίνετε μεγαλύτερη έμφαση από όσο στο παρελθόν, σε βαθμό που ακόμα και να πρωταγωνιστεί κάποιες στιγμές, στο στοιχείο του ρυθμού;

 

Σ. Λ.: Ο ρυθμός είναι το στοιχείο που μας κρατάει συγχρονισμένους σαν γκρουπ. Ο ρόλος των κρουστών μπορεί ανά πάσα στιγμή να εναλλάσσεται μεταξύ μας. Μετά από τρεις δεκαετίες σχεδόν μαζί νιώθω ότι είμαστε τόσο πολύ δεμένοι, ώστε ο ρυθμός ενυπάρχει το ίδιο έντονα ακόμα και όταν παίζουμε λιτές μπαλάντες. Προσωπικά, όλοι οι μουσικοί που επιλέγω να παίζω μαζί τους πρέπει πάνω απ’ όλα να έχουν πολύ καλή αίσθηση του ρυθμού.

 

Η κλασική παιδεία σου είναι περισσότερο παρούσα από όσο στους προηγούμενους δίσκους σας ή όχι;

 

Σ. Λ.: Δεν το έχω παρατηρήσει, η αλήθεια είναι ότι όταν παίζω πιάνο, έρχεται στην επιφάνεια η κλασική παιδεία μου. Μπορεί να παίζει ρόλο και το ότι κατά την περίοδο της καραντίνας μελέτησα κλασικά έργα για να κρατήσω την επαφή μου με το αγαπημένο όργανο και εκφραστικό μέσο μου.

 

Το παίξιμό σου αυτή τη φορά είναι λίγο περισσότερο προσανατολισμένο προς το πιο «ορθόδοξο» bebop;

 

D. L.: Δε μου άρεσε ποτέ η λέξη «ορθόδοξο» και έτσι δεν επιδιώκω μία τέτοια κατεύθυνση. Συνεχώς ψάχνουμε, ακούμε, μελετάμε και γράφουμε, μην ξέροντας πότε και πώς αυτά θα εξωτερικευτούν. Ο/η ακροατής/τρια μπορεί να διακρίνει πράγματα που εγώ ο ίδιος δεν συνειδητοποιώ. Κάθε ημέρα θέλω να είμαι ανοιχτός να ακολουθήσω άλλες αφετηρίες και μονοπάτια.

 

Για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, υπάρχουν δύο κομμάτια που δεν τα έχεις απλώς γράψει, αλλά και τα παίζεις σόλο, το ένα μάλιστα πολύ περισσότερο με ηλεκτρονικά παρά με μπάσο. Τι σε έκανε, λοιπόν, να μην τα συμπεριλάβεις σε μια προσωπική εργασία σου αλλά στον δίσκο του συγκροτήματος;

 

Γ. Κ.: Στους Human Touch παίζουμε πολλές φορές πριν από τα κομμάτια σολιστικές εισαγωγές οι οποίες τα «προετοιμάζουν». Αυτός ήταν ο λόγος που παίχτηκαν οι συγκεκριμένες εισαγωγές, αν και για λόγους χρόνου στο βινύλιο δεν μπήκαν στα σημεία που θα τις βάζαμε σε άλλη περίπτωση. Όσο για τον «ηλεκτρονικό» ήχο, πυρήνας του είναι το μπάσο παιγμένο έτσι ώστε να δημιουργεί νέα ηχοχρώματα και εικόνες.

 

Ποια σημασία είχε και έχει για τη μουσική σας η παραδοσιακή ελληνική μουσική; Και τι σας έκανε να διασκευάσετε κάλαντα και γιατί ειδικά της Θράκης;

 

Γ. Κ.: Εχουμε ιδιαίτερη αγάπη στην παραδοσιακή μουσική μας και εγώ προσωπικά έχω εμμονή με αυτήν, πιστεύω ότι παίζοντας αυτές τις μελωδίες συνδέομαι με κάτι βαθύτερο και λιγότερο εγκεφαλικό, με άλλα λόγια «γειώνομαι». Από την άλλη, με τη χημεία όλων μας βγαίνει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα γιατί δεν είμαστε παραδοσιακοί μουσικοί, αν και το «βάρος» αυτών των μελωδιών μάς δημιουργεί συγκινησιακή φόρτιση. Όσο για τα κάλαντα της Θράκης, τα επιλέξαμε γιατί στην ουσία είναι τα λυπημένα (!) κάλαντα, σε μινόρε κλίμακα, και αυτό είναι ένα στοιχείο της παραδοσιακής μουσικής μας που ανάγεται στη χαρμολύπη.

 

Αν και στην πλειονότητα της οργανικής μουσικής στη δεκαετία του ’60 η jazz, ειδικότερα το ρεύμα της free, αντιδρούσε και «σχολίαζε» με τον τρόπο της τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, σε μια πολύ διαφορετική αλλά εξίσου ταραγμένη εποχή, στις ΗΠΑ και σε όλο σχεδόν τον κόσμο, πιστεύετε ότι μπορεί, ίσως και οφείλει να κάνει το ίδιο;

 

D. L.: Η Τέχνη έχει τη δυνατότητα να εκφράζει συνειδητά και υποσυνείδητα οράματα και προβληματισμούς. Δεν «οφείλει» να κάνει κάτι συγκεκριμένο, αλλά είναι στη φύση της να έχει μια άλλη οπτική, ένα διαφορετικό όραμα από αυτά που εκφράζουν την απληστία, την ανισότητα και τον αποκλεισμό των ανθρώπων. Τα σημαντικά ρεύματα σχεδόν πάντα γεννιούνται από τολμηρούς και ακόμα άγνωστους δημιουργούς, όπως αντίστοιχα σπάνια βρίσκεις σοφία στα λόγια και στις πράξεις των ηγετών. Αν υπάρχει κάτι που οφείλει ο αληθινός δημιουργός είναι να μην φοβάται τη φωνή του έργου του.

 

Εχετε ήδη πραγματοποιήσει λίγες συναυλίες μετά την κυκλοφορία του δίσκου. Σκέφτεστε να υπάρξει και ένας κύκλος εμφανίσεων είτε σε κλειστό χώρο είτε με τη μορφή μιας περιοδείας σε ανοιχτούς; Υπάρχουν κάποια επόμενα σχέδιά σας;

 

Σ. Λ.: Στις 11 και 12 Απριλίου θα βρεθούμε στο Half Note Jazz Club και το καλοκαίρι προγραμματίζουμε συναυλίες σε ανοιχτούς χώρους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Όλα τα νέα μας υπάρχουν στην ιστοσελίδα μας (www.humantouch.gr). Το μόνο σίγουρο είναι ότι είμαστε πάντα εδώ και συνεχίζουμε!

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0