Χαίρομαι που μπορώ ίσως να αναφερθώ στο έδαφος, το ground ή Grund, στο οποίο πατάει το βιβλίο αυτό. Στους κόμπους εκείνους πάνω στους οποίους βρίσκονται τα γράμματα που το αποτελούν, καθώς, ίσως, συστήσουν έναν χώρο συνάντησης με τον ενδεχόμενο αναγνώστη, δίχως να έχω την αγωνία της ηγεμόνευσης ή εκείνος -εσύ, αναγνώστη- τη λαιμαργία για απαντήσεις.
Αν διαχωρίσουμε τις απόψεις μας σε γενικές και ειδικές, θα ένιωθε, ίσως, κανείς στη γενική κατεύθυνση μια αμυντική στάση, ενώ στις ειδικές περιπτώσεις μια τάση ακόμα και επιθετική - μιλώ καταρχάς για πνεύμα. Η γενική αφήγηση είναι συνήθως η συνθήκη ένταξής μας σε κάτι συνολικό, άρα και η απώλεια ενός μέρους της βούλησης. Αντίθετα, η εξειδίκευση, μια συνθήκη διαχωρισμού μας από την κοινή απόφαση, η δυνατότητα ανακάλυψης των ορίων απ’ όπου καθείς ονειρεύεται και δεν βλάπτει. Οι γενικές σκέψεις είναι αρχικά ανάγκη. Οι ειδικές, επιθυμία. Μα το τι είναι γενικό και τι ειδικό, πού κάθεται η μπίλια στη χρυσή τομή, ώστε οι όποιες αφαιρέσεις να πατούν σε πραγματικό έδαφος, άρα να μπορούν και να ανθίσουν, αποτελεί ένα ζήτημα ως προς τον ορισμό του σε μια εποχή αλλαγής αλγορίθμου όσον αφορά τη σκέψη και την επικοινωνία. Και σε όλο αυτό χρειάζεται, παλαιόθεν βέβαια, σαν αφετηρία μια ελάχιστη σαφήνεια, απελευθερωτική ως προς τη βούληση και δεσμευτική ως προς την πράξη. Γιατί αυτή, η πράξη, ζει, η βούληση, όμως, αναπνέει.
Το θάρρος, αυτή ακριβώς την αφετηρία, ψάχνει κανείς όταν παρακολουθεί μια ταινία, διαβάζει ένα βιβλίο, ακούει μια μουσική, βλέπει έναν πίνακα ζωγραφικής. Το θάρρος αναζητά για να χτίσει πάνω σχέσεις· να μην αισθάνεται πλέον μόνος. Η δυνατότητα να βρίσκει κανείς νήμα αβίαστα είναι, ίσως, και αυτό που συναντά κανείς στο τέλος κάθε αφαίρεσης, για τη μεταβλητή που κινεί τη ζωή, το ζητούμενο και σε κάθε έργο, που προϋποθέτει αφηγητή και δέκτη, ο λόγος που συμβαίνει κάθε αφήγηση. Διαβάζουμε γιατί φοβόμαστε καταρχάς. Αμιγώς για την πληροφορία υπάρχει και το Διαδίκτυο ή η εγκυκλοπαίδεια.
Αν δεν έχεις παρατήσει μέχρι τώρα την ανάγνωση του παρόντος, αγαπητέ αναγνώστη, το πιθανότερο, σε λιγότερο από τρία λεπτά, κάτι άλλο θα καταλάβει τον χώρο στο κεφάλι σου. Κάποια άλλη είδηση, εικόνα, κινούμενη ή στατική, θα σε απασχολεί και, φυσιολογικά, θα το ξεχάσεις. Αν πάντως σε απασχολεί αυτό το σκοτάδι που φτιάχνεται από το βουητό της διαρκούς ροής πληροφορίας, όπως και εμένα, ίσως χρειαστείς κάποια βότσαλα, έστω, να πατήσεις. Μια τέτοια ανάγκη καλύπτουν τα σονέτα του βιβλίου, με την πρόθεση να εκφράσω, όχι να εκφραστώ, καθώς κάθε έργο της τυπογραφίας, κάθε μας αναπνοής δηλαδή, στην εποχή του copy-paste αποτελεί κίνηση και προς τον κόσμο και όχι, τουλάχιστον, μόνο από αυτόν στα ενδότερα του καθενός μας. Εύχομαι καλή διασκέδαση σε όποιον διαβάσει το βιβλίο.
* Ο Θωμάς Κιάος είναι κινηματογραφιστής
Ο χτύπος της καρδιάς*
Να κάνεις.
Και να πας εκεί.
Κάθε μέρα, ώρα ή στιγμή
να μην αφήνεις καμιά να χάνεις.
Εκταση εαυτού - είναι εδώ κανείς;
Συνεχίζεις να ψάχνεις το πού,
βρίσκεσαι διαρκώς αλλού,
ίσως, μια χαζομάρα της στιγμής.
Μια καρδιά θα σταθεί
-μπορεί να είναι η δική σου-
πάντως -ή ούτως ή άλλως- θυμήσου,
είναι πάντα πιο πολλή η σιωπή.
Για τούτο και στέκει η καρδιά
και
-όπως ανάμεσα στις λέξεις το κενό- χτυπά.

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Θωμά Κιάου «Για το θάρρος. 70+2 σονέτα» από τις εκδόσεις Ποταμός