Live τώρα    
Συνέντευξη Μανώλης Φάμελλος / Ο κόσμος έχει ανάγκη να ζει με αξιοπρέπεια και νόημα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Συνέντευξη Μανώλης Φάμελλος / Ο κόσμος έχει ανάγκη να ζει με αξιοπρέπεια και νόημα

Μετά το πρώτο μέρος/δίσκο την άνοιξη, πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε το «Με ελαφριά καρδιά II», το δεύτερο project στο οποίο ο Μανώλης Φάμελλος διασκευάζει και ερμηνεύει «ελαφρά» τραγούδια με εξαιρετικά ανανεωτικές σύγχρονες ενορχηστρώσεις και τη συμμετοχή εκλεκτών φίλων ομοτέχνων του. Μας μίλησε γι’ αυτό και, με αφορμή τη σύγκριση ανάμεσα στη δεκαετία του ’50, κατά την οποία κυρίως άκμασε το ιδίωμα, και την τόσο δύσκολη σημερινή εποχή, για όσα συμβαίνουν γύρω μας χωρίς να «μασάει τα λόγια του» καθόλου, για τα δυσάρεστα και όσα τον ενοχλούν.

Τη δεύτερη φορά νομίζω πως εστίασες σε λιγότερο γνωστά ελαφρά τραγούδια. Πιστεύεις ότι αξίζει και πρέπει να μάθει ο κόσμος και αυτή την πλευρά του ιδιώματος;

Δεν είχα κάτι τέτοιο στον νου μου ούτε υπήρξε κάποιο ειδικό κριτήριο. Απλώς διαχώρισα τα τραγούδια σε δύο μέρη προσπαθώντας να δημιουργήσω μια ροή που να βγάζει νόημα. Το ζητούμενό μου είναι άλλωστε προσωπικό, πηγαίνω κάθε φορά εκεί που ακούω τον εαυτό μου. Γενικότερα, ελάχιστα από αυτά τα τραγούδια είναι γνωστά στο ευρύ κοινό. Η αθέατη πλευρά του συγκεκριμένου ρεπερτορίου είναι αχανής.

Είναι μόνο δική μου εντύπωση ή στο δεύτερο μέρος φαίνεται πολύ περισσότερο από το πρώτο μια αδυναμία σου στον Αττίκ; Αν ναι, τι σε ελκύει τόσο στο έργο, ίσως και στην προσωπικότητά του;

Η αρχική μου ιδέα ήταν ακριβώς ένας δίσκος με τραγούδια του Αττίκ και ίσως να ακολουθούσε μια συλλογή με την ευρύτερη παρέα. Αποφάσισα όμως να δοκιμάσω αυτό το πλαίσιο της «ανοιχτής συνομιλίας», αφού εκείνα τα χρόνια οι δημιουργοί αλληλεπιδρούσαν και, όπως συμβαίνει σε κάθε μουσική σκηνή, αλληλοσυμπληρώνονταν. Ο αγαπημένος μας Κλέων Τριανταφύλλου σήμερα απολαμβάνει από κάθε άποψη το status ενός αστικού μύθου. Με λυπεί όμως με έναν τρόπο το γεγονός ότι σήμερα εστιάζουμε περισσότερο στον βίο και στην πολιτεία του παρά στο τόσο σπουδαίο από κάθε άποψη έργο του.

Η Λουίζα Σοφιανοπούλου έχει μάλλον τη θέση που είχε στο πρώτο μέρος η Πέννυ Μπαλτατζή, με τη Nalyssa Green έχεις μια μακρόχρονη σταθερή συνεργασία, ενώ ο Δώρος Δημοσθένους είναι γνωστός για την αγάπη και την ενασχόλησή του με αυτό το υλικό. Πώς προέκυψε όμως η συνεργασία με τον Γιώργη Χριστοδούλου; Και πώς σκέφτηκες να προσκαλέσεις να συμμετάσχει η Νατάσσα Μποφίλιου που, κακά τα ψέματα, δεν θα τη συνδύαζε κανείς εύκολα με το ελαφρό τραγούδι;

Ο Γιώργης είναι παλαιόθεν συνοδοιπόρος, ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιράζομαι αισθητικές καταβολές και έχει εμβαθύνει στο ρεπερτόριο αυτό πολύ περισσότερο από εμένα. Η Νατάσσα, από την άλλη, είναι και αυτή ιδανική ερμηνεύτρια του ελαφρού τραγουδιού, απλώς η ίδια ίσως ακόμη να μην το ξέρει. Όλοι/ες πάντως είμαστε λιγάκι συνωμότες, μια «Φιλική Εταιρεία» του ελαφρού τραγουδιού στον ελεύθερο χρόνο μας.

Πώς σου φαίνεται η αντίφαση ότι σε μια εποχή που η πατριαρχία ήταν πολύ πιο ισχυρή από σήμερα άνθησε αυτό το είδος τραγουδιού, που με τον ρομαντισμό του σχεδόν εξιδανίκευε τις γυναίκες;

Δεν νομίζω πως συνέβαινε ακριβώς αυτό. Υμνούσε μεν τις γυναίκες από αισθητικής πλευράς, παράλληλα όμως δεν έχανε ευκαιρία να τους προσάψει τα μύρια όσα. Συναντάμε συχνά στους στίχους τα γνωστά στερεότυπα της εποχής, ότι οι γυναίκες είναι άπιστες, συναισθηματικά ασταθείς ή φιλοχρήματες που εποφθαλμιούν τους πλούσιους κ.λπ. Με λίγα λόγια, οι άντρες εμφανίζονταν πολύ συχνά ως τα θύματα της υπόθεσης. Η γυναικεία φωνή στην ερμηνεία κυριαρχούσε, όμως η γυναικεία ματιά ήταν μάλλον απούσα. Προς τιμήν της μάλιστα, η Δανάη είχε διαμαρτυρηθεί για το μισογυνικό ρεπερτόριο που της έδιναν να ερμηνεύσει. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη ανάγνωση, που υποστηρίζει πως οι άνθρωποι εκφράζονταν ελεύθερα από τα ύψη και τα βάθη του έρωτά τους. Από τη μία το αντικείμενο του πόθου τους είχε σχεδόν θεϊκή υπόσταση και από την άλλη εμφανιζόταν είτε σαν μια παγερή, άκαρδη κούκλα ή σαν ένα σκοτεινό, ύπουλο πλάσμα. Σ’ αυτές τις μάλλον τραγικές διαπιστώσεις πάντως υπήρχε πάντα και ένα κλείσιμο ματιού, ένα στοιχείο παρωδίας. Ερμηνευτές, ερμηνεύτριες και κοινό δηλαδή αναγνώριζαν ότι υπήρχε μια «θεατρική» συνθήκη που, όσο να ’ναι, επέτρεπε και κάποιες υπερβολές.

Εκτός από την αισθητική απόλαυση, πιστεύεις ότι το ελαφρό τραγούδι, με τον υπέρμετρο ίσως ρομαντισμό, την τρυφερότητα και τη γλυκύτητά του, μπορεί σήμερα να αποτελέσει αληθινή ψυχαγωγία, αυτό που έλεγαν παλιά να «εξημερώσει τα ήθη», έστω σε έναν βαθμό;

Σ’ εμένα αυτό συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό, αλλά δεν είμαι ο μέσος όρος… Φοβάμαι πως οι προτιμήσεις του κοινού έχουν απομακρυνθεί αρκετά και οι δρόμοι συνεχίζουν να αποκλίνουν. Δεν τρέφω ψευδαισθήσεις ότι θα επιστρέψουμε εκεί, αλλά αυτή η ματιά, η αισθητική προσέγγιση, ως επιρροή έστω, μπορούν να αποτελέσουν γόνιμο στοιχείο ενός σύγχρονου μουσικού ύφους και ήθους.

Τι εύχεσαι ν’ αφήσουν τα δύο μέρη του «Με ελαφριά καρδιά» στον ακροατή και στην ακροάτρια, τι να μείνει στο μυαλό και στην ψυχή τους;

Να αγαπήσουν οι άνθρωποι τα τραγούδια αυτά και, είτε τους αρέσουν είτε όχι οι διασκευές μου, να γίνουν η αφορμή για να επισκεφτούν ξανά τα πρωτότυπα.

Τι έχεις να πεις για το ότι μετά το MeToo, που έφερε στο προσκήνιο τις παρενοχλήσεις και τη βία κατά των γυναικών, αντί τα σχετικά περιστατικά να μειωθούν, αυξήθηκαν, μαζί με τις γυναικοκτονίες, οι οποίες έχουν δυστυχώς πολλαπλασιαστεί;

Δεν νομίζω πως είχε κανείς την ψευδαίσθηση ότι οι περσόνες στις ζώνες υψηλής τηλεθέασης, που κατέληξαν να μοιράζουν και να σχολιάζουν και αυτή την ειδησεογραφία μαζικά, ή οι άναρθρες κραυγές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα μπορούσαν να προτείνουν ένα συγκροτημένο αντιπαράδειγμα. Για να σοβαρευτούμε, θα έλεγα ότι απωθούμε ορθώς τη βία από τη μία πλευρά, από την άλλη όμως, επειδή ο καημός μας δεν λυτρώνεται, επειδή δεν παράγεται κάποιο νόημα, επανέρχεται στο προσκήνιο σαν θέαμα ή, καλύτερα, σαν πορνογραφία, αναπαράγεται και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται στο διηνεκές.

Είσαι ένας ανήσυχος μουσικός, που έχεις πειραματιστεί αρκετά με τις ενορχηστρώσεις και τον ήχο σου. Πώς σου φαίνεται λοιπόν, κατ’ αρχάς από αυτή την πλευρά, το trap διεθνώς αλλά και το ελληνικό;

Διαπιστώνω ότι τα περισσότερα κομμάτια του έχουν υποτυπώδη μουσική υπόσταση και ακούω την παραγωγή να λειτουργεί απλώς σαν μια «πλατφόρμα» στήριξης για να αναπτυχθεί ο λόγος. Αν και βέβαια υπάρχουν και εξαιρέσεις…

Τι έχεις να πεις όμως για το στιχουργικό περιεχόμενό του και κατά πόσο πιστεύεις ότι σχετίζεται με τη βία των ανηλίκων, που τα περιστατικά της έχουν επίσης πολλαπλασιαστεί σε περισσότερο και από ανησυχητικό βαθμό;

Ισχύει αυτό, η βία υπάρχει ήδη στην εικόνα πριν εκδηλωθεί ως πράξη και είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, ανεξάρτητα από τις στατιστικές που ο καθένας τις ερμηνεύει όπως θέλει. Δεν μου αρέσει να κάνω κριτική συλλήβδην, και φυσικά απεχθάνομαι τα διάφορα «ηθικοπλαστικά» που εκστομίζονται στις lifestyle εκπομπές. Όμως και οι απολογητές του, που βρίσκονται στη «δική μας» πλευρά και υποτίθεται πως είναι απολύτως προοδευτικοί και «ψαγμένοι» βαθιά, επικαλούνται κάποια επιχειρήματα που όχι απλώς δεν με πείθουν, αλλά μου φαίνονται απολύτως εξωφρενικά.

Πώς βλέπεις την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη χώρα μας, το πώς έχει διαμορφωθεί για την πλειονότητα του κόσμου τα τελευταία χρόνια;

Η συζήτηση που κυριαρχεί είναι περί της ακρίβειας και της ανέχειας που δημιουργεί και φυσικά πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχουμε στον νου μας τους πάρα πολλούς πια ανθρώπους που, ενώ αγωνίζονται, στερούνται τα αυτονόητα. Οφείλει να τίθεται όμως όλο αυτό σε μια πραγματικά ανθρωπιστική βάση, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος έχει απλώς ανάγκη από περισσότερα χρήματα για να καταναλώσει. Αυτό που έχει ανάγκη όμως στην πραγματικότητα είναι να ζει με αξιοπρέπεια από τη δουλειά του και μέσα από αυτή αλλά και από τις σχέσεις του να βρίσκει νόημα στη ζωή του. Έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι χειροπιαστό, που όμως παράλληλα τον υπερβαίνει. Μην ξεχνάς ότι η ακρίβεια επανέφερε τον Τραμπ στην εξουσία…

Τι έχεις να πεις για τις καταιγιστικές εξελίξεις και αλλαγές στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο;

Ως ανανεωτική, η Αριστερά οφείλει να ανανεώνεται και η ίδια και να αναστοχάζεται για το πού θέλει να πάει, ποια θέλει να είναι, αλλά επίσης και ποια δεν θέλει να είναι.

Με όσα δυσάρεστα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο -πόλεμος στην Ουκρανία, η θηριωδία στη Γάζα, αλλαγή από ένα αυταρχικό καθεστώς σε άλλο στη Συρία, άνοδος της Ακροδεξιάς σχεδόν σε όλη την Ευρώπη μαζί με την επανεκλογή του Τραμπ- είσαι αισιόδοξος για το μέλλον ή όχι, τόσο για εμάς όσο και για εκείνους και εκείνες που ακολουθούν;

Αυτή η ερώτηση ανοίγει πολλά μέτωπα που δεν μπορώ να συνοψίσω στο πλαίσιο μίας απάντησης, νομίζω όμως πως η κλιματική κρίση είναι το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα το οποίο οφείλει να απασχολεί την ανθρωπότητα σήμερα. Έχουμε πραγματικά υπαρξιακό πρόβλημα στο εδώ και στο τώρα, δεν αφορά τις μακρινές, μελλοντικές γενιές. Φοβάμαι πως ο Τραμπ και οι δισεκατομμυριούχοι απόγονοί του -κυριολεκτικά και μεταφορικά- θα κάνουν τα πράγματα, σ’ αυτόν όπως και σε άλλους τομείς, ακόμα χειρότερα. Άλλωστε έχουν δώσει σχετικά δείγματα γραφής. Φαίνεται ότι πολύ μεγάλο τμήμα του κόσμου έχει πιστέψει ότι αν πάψουμε να αναπτυσσόμαστε και να καταναλώνουμε μανιωδώς, θα πεινάσουμε και θα καταστραφούμε. Μια πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας δηλαδή.

Σε τόσο δύσκολους καιρούς, με το μίσος και τη βία να κυριαρχούν, τι μπορεί να προσφέρει η μουσική, ο Πολιτισμός συνολικά, όταν δεν φαίνεται καν να του δίνουν χώρο; Προσπαθείς να συμβάλλεις σ’ αυτό με ό,τι κάνεις και με ποιον τρόπο;

Ναι, ο δημόσιος χώρος έχει αλλοτριωθεί από τις δυνάμεις της αγοράς, τις πανίσχυρες εικόνες της και τους πειρασμούς της και οι αλυσιδωτές αντιδράσεις εμπλέκουν και εμάς τους ίδιους. Από τον φαύλο κύκλο της κατανάλωσης και της ματαίωσης ελάχιστοι μπορούν να διαφύγουν, αλλά πάντα ο Πολιτισμός θα επιμένει να δημιουργεί νέους πόρους και χώρους από το κενό, κρατώντας ανοιχτό ένα ζωτικό περιθώριο.

Πώς προέκυψε το τραγούδι «Ανατολή» που έγραψες σε στίχους του Στάθη Δρογώση και ερμήνευσε η Μαρίνα Σάττι;

Αρχικά είχα μάλλον έναν ρόλο «επιμελητή», αλλά με την ενθάρρυνση της παρέας διευρύνθηκε και επεκτάθηκε. Η δουλειά στο πλαίσιο μιας ομάδας είναι πάντα μια πρόκληση ανοιχτή σε ωραίες ανατροπές που δυστυχώς δεν μπορείς να γευτείς όταν εργάζεσαι συνομιλώντας με τον εαυτό σου στον καθρέφτη.

Για τον επόμενο δίσκο με δικά σου τραγούδια υπάρχουν ήδη ιδέες, ίσως και κάποια ολοκληρωμένα;

Υπάρχουν. Άλλωστε πέρασαν χρόνια από την τελευταία εργασία μου και προσπαθώ αυτόν τον καιρό να τα ομαδοποιήσω, αλλά στην «παιδική ηλικία» τους είναι ατίθασα και μου αντιστέκονται (γέλια).

Και από πλευράς εμφανίσεων; Προγραμματίζεις κάτι για την περίοδο των γιορτών και τις αρχές του 2025;

«Με ελαφριά καρδιά» και ένα ευρύτερο ανάλογο ρεπερτόριο θα βρεθούμε επιτέλους και στη σκηνή, συγκεκριμένα του Half Note Jazz Club, στις 3, 4, 5 και 6 Ιανουαρίου με τον Δώρο Δημοσθένους, που ανεβαίνει τις φωνητικές σκάλες με πολλή μεγαλύτερη ταχύτητα και χάρη από εμένα. Ένα πέρασμα σε ρόλο έκπληξη θα κάνει ο Χρήστος Φερεντίνος με την αυτοκριτική του για τις δικές του «ελαφρότητες».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0