Πενήντα χρόνια μετά την κατάληψη του Πολυτεχνείου, δύο φίλοι που έχουν αγγίξει τα 70, οι οποίοι ωστόσο αισθάνονται «ιδιαίτερα εύθυμοι, ζωντανοί και νέοι», συνθήκη παραπλανητική που πολλές φορές τους οδηγεί σε αφηγηματικά λάθη καθώς αναπολούν το παρελθόν, καθισμένοι στην πανσιόν Απόλλων ακούνε τη μαγνητοφωνημένη συνομιλία που είχαν καταγράψει τριάντα χρόνια πριν, στην προσπάθειά τους τότε, όπως και τώρα, να αφηγηθούν ένα ορισμένο κλίμα εποχής: αυτό της ταραγμένης δεκαετίας του ’70, με τη Χούντα των συνταγματαρχών, την κατάληψη του Πολυτεχνείου και όλα όσα ακολούθησαν. Και είναι επιτακτική η ανάγκη του πολυσχιδούς Ανδρέα Αποστολίδη -συγγραφέα σπουδαίων αστυνομικών μυθιστορημάτων, σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ, με τελευταίο το εξαιρετικό «Latin Noir», και μεταφραστή- στη νουβέλα «Romantica» να αποδώσει, με την ακρίβεια μιας ντοκιμενταρίστικης ματιάς αλλά και με την ανάλαφρη αβίαστη διάθεση όσων την βίωσαν, το κλίμα της εποχής την οποία αφηγείται.
Γνωρίζοντας καλά τη δυσκολία ή ίσως τη ματαιότητα του εγχειρήματος, καθώς όταν επεξεργάζεσαι μια ιδέα, μπορείς να θυμηθείς την ίδια, «αλλά όχι και το συναίσθημα απ’ το οποίο προέκυψε». Ο χρόνος που μεσολαβεί αποδυναμώνει το αρχικό ερέθισμα, έτσι ώστε «όταν αναφέρεσαι σ’ ένα ορισμένο κλίμα εποχής, για παράδειγμα των αρχών της δεκαετίας του 1970, η ατμόσφαιρα που υπαινίσσεσαι να εξανεμίζεται». Ο Αποστολίδης όμως είναι βιρτουόζος ακριβώς σε αυτό: ξεδιπλώνοντας μια σειρά από γεγονότα, αναφερόμενος σε δεκάδες πρόσωπα τα οποία παρελαύνουν από τις σελίδες του -φωτογραφίζοντας χαρακτηριστικά πρόσωπα της εποχής και αναφέροντας άλλους, ιδίως τους χουντικούς, αλλά όχι μόνο αυτούς, με τα πραγματικά ονόματά τους-, καταφέρνει να μεταφέρει το κλίμα μιας εποχής δίχως τη σοβαροφάνεια που συνήθως επιφέρει η εκ των υστέρων καταγραφή ιστορικών γεγονότων τα οποία άφησαν ισχυρό στίγμα, αλλά με τη ζωντάνια και το πείσμα αυτών που τα ζήσανε δίχως να αντιλαμβάνονται -πώς θα μπορούσαν;- ότι μετέχουν στην Ιστορία. Επιλέγοντας τον σαρκασμό και την παρωδία, στον αντίποδα ίσως της μοντερνιστικής «Eroica» του Κοσμά Πολίτη, στην οποία παραπέμπει ο τίτλος «Romantica».
Το Romantica ήταν καμπαρέ, βρισκόταν πίσω από τον Πανελλήνιο, ατραξιόν του ήταν ο Άλεξ Καράκας, ο οποίος κάρφωνε μαχαίρια γύρω από το καλλίγραμμο κορμί της Μαριλίζας που έμοιαζε στην Άννα Καρίνα από το «Ζούσε τη ζωή της» του Γκοντάρ - οι πολλές κινηματογραφικές αναφορές συντελούν τα μέγιστα στην ανάπλαση της απαράμιλλης ατμόσφαιρας, καθώς «η Αθήνα καλυπτόταν από μια μόνιμη γκρίζα αχλή και ορισμένοι ένιωθαν να ζουν στο σκηνικό ασπρόμαυρης ταινίας εξπρεσιονισμού του Μεσοπολέμου». Το Romantica όμως είναι μαζί και σκηνικό της δράσης, καθώς πολλές συναντήσεις των εμπλεκομένων γίνονται εκεί. Και στο κέντρο της δράσης μια υποτροφία-σκάνδαλο από το αμερικανικό Ίδρυμα Φορντ, την οποία πόθησαν και διεκδίκησαν καλλιτέχνες και διανοούμενοι προοδευτικών φρονημάτων όσο κι αν το απέκρυπταν ή διατείνονταν το αντίθετο. Ένας από αυτούς και ο επίδοξος συγγραφέας Μάριος Καστρινάκης, ο οποίος, ενώ τα τανκς κυκλώνουν το Πολυτεχνείο, φτάνει μέχρι τον φόνο.
Δεν υπάρχουν ηρωικές εποχές, μοιάζει να πιστεύει ο Αποστολίδης, ούτε ηρωικοί άφοβοι άνθρωποι. Υπάρχουν καταστάσεις -στην προκειμένη περίπτωση η Χούντα των συνταγματαρχών- που ωθούν σε μια απρόσμενη ομοψυχία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τα ιστορικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν και, σε κάποιες περιπτώσεις, ορίζουν μια ολόκληρη γενιά. Το ανομοιογενές πλήθος στην περίπτωση της κατάληψης του Πολυτεχνείου εντελώς απρόσμενα λειτούργησε σαν μια γροθιά. «Μπόλικοι αριστεριστές, ελάχιστοι αναρχικοί και αρκετοί παραδοσιακοί κομμουνιστές μπρεζνιεφικοί, ανανεωτικοί και χαοτικοί, όλοι γνωστοί μεταξύ τους, είχαν ξεψαρώσει και επιδίδονταν επιτέλους ανοιχτά σε “ιδεολογική αντιπαράθεση”, καθώς απογευματάκι το πλήθος μεγάλωνε απ’ έξω και η αστυνομία είχε αποτραβηχτεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο, ωθώντας ταυτόχρονα τους έγκλειστους σε μια σπάνια αντιδικτατορική ομοψυχία».
Ο Αποστολίδης αποηρωοποιεί. Φλερτάρει με «το σκετς, εκεί που άλλοι έχουν εθιστεί στο έπος». Η παρωδία γίνεται το εργαλείο με το οποίο προσπαθεί να ανασυνθέσει το πολιτικοποιημένο κλίμα μιας εποχής που «έχει ήδη ξεχαστεί», ισορροπώντας ανάμεσα στην αποστασιοποίηση και στη νοσταλγία. Δεν υποκύπτει στον συναισθηματισμό και ακριβώς από αυτήν την απόσταση είναι που πηγάζει η λανθάνουσα τρυφερότητα της ματιάς του, μεταμφιεσμένη σε υπόγειο χιούμορ και κυνισμό. Οι σελίδες όπου περιγράφονται τα βασανιστήρια -βιώματα και του ίδιου του Αποστολίδη μιας και συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, με αποτέλεσμα να συλληφθεί-, υπόδειγμα του πως μπορείς να πεις τα πιο δραματικά πράγματα δίχως δραματικό ύφος. «Έμεινε να θυμάται το περιστατικό με έναν τρελαμένο γέρο αξιωματικό, που έστησε στο άψε-σβήσε σκηνικό B-Movies με έντεκα υφισταμένους του να σχηματίζουν κύκλο σε ένα στενό ανακριτικό γραφείο. Φόρεσαν στα χέρια του ανακρινόμενου πισθάγκωνα μια βαριά αλυσίδα κλεισμένη με χοντρό λουκέτο μάρκας Yale, προκαλώντας στον νεαρό συνειρμούς λογοτεχνικών σπουδών που είχαν κάτι από τον Τρελό Πιερρό». Από αυτή τη μη δραματοποιημένη ματιά δραματικών γεγονότων προκύπτει η δύναμη αλλά και η γοητεία της αφήγησης του Αποστολίδη.

INFO
Ανδρέας Αποστολίδης, «Romantica»
Εκδ. Άγρα
144 σελ. Τιμή: 12 ευρώ