Ο χορογράφος Σπύρος Κουβαράς και η ελληνογαλλική ομάδα σύγχρονου χορού Synthesis 748 Dance Co, μετά τη φιλοξενία τους από το Centre National de la Danse στο Παρίσι στο πλαίσιο δημιουργίας της νέας τους δουλειάς, επιστρέφουν στο ΠΛΥΦΑ στον Βοτανικό και υπογράφουν το έργο «Natura Morta (a dance less)» για πέντε παραστάσεις, από τις 24 έως και τις 28 Νοεμβρίου. Τιμώντας τη μνήμη του συνθέτη Γιώργου Κουβαρά, σταθερού συνεργάτη της ομάδας που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, η Synthesis 748 παρουσιάζει ένα έργο για την απώλεια και «τις χαμένες φύσεις», μια χορογραφία που λειτουργεί ως υπόμνηση του χρόνου για το αναπόδραστο της ανθρώπινης μοίρας και την τρωτότητα του υλικού κόσμου. Ο Σπύρος Κουβαράς μάς μίλησε για την παράσταση, για την ομάδα και όχι μόνο!
Θέλω να ξεκινήσουμε από το Centre National de la Danse στο Παρίσι όπου βρεθήκατε. Πώς ήταν το γαλλικό κοινό;
Νιώθω τυχερός που είχα τη χαρά και την τιμή το «Natura Morta (a dance less)» να υποστηριχθεί κατά τη διαδικασία δημιουργίας του απ;o το CND. Είναι μια σχέση που έχει αναπτυχθεί εδώ και χρόνια, από τότε που έμενα στο Παρίσι, και με χαροποιεί ιδιαίτερα που αυτό το υποστηρικτικό πλαίσιο συνεχίζεται ακόμα. Κάθε χρόνο επιλέγουν κάποια διεθνή projects που καλούνται σε καλλιτεχνικό residency στους χώρους του CND, συνήθως στο αρχικό στάδιο έρευνας της κάθε δουλειάς, οπότε κάπως έτσι βρεθήκαμε τον Σεπτέμβριο εκεί. Το γαλλικό κοινό θα έλεγα ότι σε γενικές γραμμές είναι πολύ εξοικειωμένο με τον σύγχρονο χορό. Άλλωστε, μιλάμε για μια χώρα που κάθε περιφέρειά της διαθέτει και από ένα Εθνικό Χορογραφικό Κέντρο, με τα σχολεία, για παράδειγμα, να διοργανώνουν ημερήσιες εκδρομές και εκπαιδευτικές ξεναγήσεις στους χώρους τους.
Τι κρύβει αυτός ο πολύ ιδιαίτερος τίτλος «Natura Morta (a dance less)»;
Κρύβει αλήθεια και πόνο. Έχει να κάνει με την ψυχική και υλική τρωτότητα του κόσμου, με την ίδια τη ζωή και τον θάνατο. Μιλάει για τις νεκρές φύσεις (μας), για τον θρήνο για αυτά που χάνουμε, αναζητώντας όμως και μια έκλειψη που πιθανόν μπορεί να μετατρέψει το τραύμα της απώλειας σε γενεσιουργό δύναμη. Το δεύτερο συνθετικό του τίτλου είναι και μια έμμεση αναφορά στον πρόσφατο, απροσδόκητο χαμό του αδερφού μου, συνθέτη Γιώργου Κουβαρά, ο οποίος έγραψε και τη μουσική της παράστασης. Ένας χορός λιγότερο(ς) με, από ή για τον Γιώργο.
Η απώλεια, λοιπόν, μπορεί να γίνει έμπνευση για δημιουργία ή είναι ένας δημιουργικός φόρος τιμής;
Δεν είμαι σίγουρος, ίσως είναι και τα δυο μαζί. Σε προσωπικό επίπεδο, το έργο είχε ξεκινήσει να δουλεύεται δραματουργικά, μουσικά και χορογραφικά πριν την απώλεια του αδερφού μου. Όταν με βρήκε αυτή η συντριβή, αρχικά δεν μπορούσα να συνεχίσω, ήθελα απλώς να πενθήσω, μου πήρε καιρό να πατήσω στα πόδια μου. Και δεν ξέρω κι αν έχω πατήσει ακόμα και τώρα που μιλάμε. Το πένθος είναι μια συνεχής συναισθηματική κατάσταση, με πολλές διαστρωματώσεις και διακυμάνσεις, μέσα στις οποίες βρίσκεσαι χωρίς πολλές φορές να γνωρίζεις ούτε τι θες να κάνεις ούτε πώς θα το κάνεις. Το γεγονός, όμως, ότι ο Γιώργος είχε έτοιμη τη μουσική σύνθεση του έργου, αφενός αποτέλεσε για μένα μια ψυχική σανίδα σωτηρίας, με κράτησε συνδεδεμένο μαζί του και, αφετέρου, με βοήθησε να καταλάβω ότι τελικά απλώς κάνουμε αυτή τη δουλειά γιατί έχουμε μια πολύ μεγάλη επιθυμία και ανάγκη, ως σύγχρονοι καλλιτέχνες, να μοιραστούμε με άλλους συνανθρώπους μας την οπτική μας για τον κόσμο. Η φωνή μας είναι η δουλειά μας και είμαι σίγουρος ότι και αυτός θα ήθελε πολύ να ακουστεί αυτή η τελευταία του σύνθεση, που παρεμπιπτόντως νομίζω ότι με αυτό του το έργο μέσα σε 50 λεπτά τα «λέει όλα» για τη ζωή αλλά και για το αναπόδραστο της ανθρώπινης μοίρας.

Φορτίζει πολύ το γεγονός ότι η μουσική είναι του Γιώργου Κουβαρά; Επηρέασε διαφορετικά τη χορογραφία;
Εμένα σίγουρα. Υπήρξαν, άλλωστε, πολλές στιγμές που στις πρόβες όλο αυτό ήταν ασήκωτο, σταματούσαμε και κλαίγαμε απλώς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μας πρόβα, με όσους στην ομάδα γνώριζαν τον Γιώργο και βρεθήκαμε στο στούντιο να μιλάμε για το έργο, να ακούμε τη μουσική του και αυτός να μην είναι παρών. Και τώρα πάλι, που πλησιάζουν οι παραστάσεις, υπάρχει εκ νέου μια έντονη φόρτιση. Για τη χορογραφία που με ρωτάτε, η μουσική του όχι απλώς την επηρέασε, αλλά θα μπορούσα να πω ότι μετατόπισε ολοκληρωτικά τόσο την ίδια τη χορογραφία όσο και την κινησιολογία της. Κατάλαβα πόσο διαφορετικό είναι να θες, αρχικά, να μιλήσεις απλώς με το φαντασιακό σου για την απώλεια και τις «χαμένες φύσεις» και μετά να βρίσκεσαι ξαφνικά να το βιώνεις όλο αυτό αντί να το φαντάζεσαι. Να είναι υπαρκτό γεγονός, αληθινό.
Γενικά η έμπνευση να χορογραφήσεις από πού αντλείται συνήθως;
Νομίζω ότι με κάποιο τρόπο οι περισσότερες από τις δουλειές μου μιλάνε για την ουτοπία και τον μετασχηματισμό του πραγματικού. Για την ανάγκη μου ως είδος να φανταστούμε, να ονειρευτούμε κόσμους και χώρους που να επανανοηματοδοτούν τη σχέση μας με τους γύρω μας, με τη φύση και άλλα οικοσυστήματα. Αντλώντας από τη μνήμη, την Ιστορία και ζώντας (σ)το παρόν, θα έλεγα πως εστιάζω στη δημιουργία σύγχρονων μύθων που ατενίζουν το μέλλον.
Θα ήθελες να μας συστήσεις, για όσους δεν γνωρίζουν, την ομάδα Synthesis 748 Dance Co;
Η ομάδα συστάθηκε το 2010 στο Παρίσι από εμένα και την καλλιτεχνική μου συνεργάτιδα Κορίνα Κοτσίρη, σε μια περίοδο που ήδη μέναμε και εργαζόμασταν πλέον εκεί, μετά και το πέρας των σπουδών μας στην πόλη. Με πολύ κόπο και δουλειά αρχίσαμε να λαμβάνουμε υποστήριξη από διαφορετικούς φορείς και έκτοτε ξεκίνησε μια πορεία που περιλαμβάνει 14 παραγωγές ως τώρα. Έργα χορού και performances για θέατρα, γκαλερί, μουσεία σύγχρονης τέχνης, αρχαιολογικούς χώρους και άλλα site specific projects. Από το 2017 βάση και έδρα της ομάδας είναι η Αθήνα, διατηρώντας όμως πάντα, μεταξύ άλλων, ισχυρούς δεσμούς με τη γαλλική σκηνή.
Είναι δύσκολο μια παράσταση χορού να βρει το κοινό της στην Ελλάδα; Και αν ναι, τι φταίει;
Σίγουρα είναι δύσκολο, αλλά και σίγουρα δεν είναι τα πράγματα όπως πριν από δέκα χρόνια. Έχει πλέον αναπτύξει μια δυναμική ο σύγχρονος χορός στην Ελλάδα, απλώς αυτή η όποια άνθηση οφείλεται κυρίως στη σπορά των ίδιων των χορογράφων και των ομάδων τους. Αναμφισβήτητα δεν υπάρχει επαρκές υποστηρικτικό πλαίσιο, αλλά νομίζω πως κυρίως οι δυσκολίες έχουν να κάνουν με το γενικό έλλειμμα πολιτιστικής κουλτούρας που να εστιάζει στον σύγχρονο Πολιτισμό. Για εμένα είναι θέμα προθέσεων και νοοτροπίας, όχι χρημάτων. Παρατηρώ, για παράδειγμα, με μεγάλη αισθητική αποστροφή τη μετατροπή της χώρας σε μια τουριστομηχανή παροχής υπηρεσιών. Ειλικρινά, όλο αυτό, πέρα από βαθιά προβληματικό, είναι και προσβλητικό για μια σειρά από άλλους επαγγελματίες και απλούς ανθρώπους. Έχει λοιπόν να κάνει και με τη βούληση σχετικά με το τι χώρα θέλει να έχει κανείς.
Αν μπορούσες να βάλεις μια φράση γύρω από την παράσταση, ποια θα ήταν και γιατί;
Από τον θρήνο στην κάθαρση, από το τραύμα στην κοσμογονία. Ένα ύστατο χαίρε για όσα χάνουμε και μια έκκληση για αυτά που επιθυμούμε να γεννηθούν.