Live τώρα    
Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Οι πρεμιέρες και οι ελληνικές ταινίες που ξεχωρίσαμε
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Οι πρεμιέρες και οι ελληνικές ταινίες που ξεχωρίσαμε

134176021-a.jpg

Μία από τις ταινίες που συζητήθηκαν πολύ για τον συναισθηματικό αντίκτυπο που άφησαν ήταν τα «Περάσματα», με την οποίο ο σκηνοθέτης Άιρα Σακς έδειξε πώς μπορείς να δημιουργήσεις ένα εξαιρετικό δράμα μέσα από ένα ερωτικό τρίγωνο. Αυτή τη φορά, η απιστία απειλεί τη διάλυση ενός ζευγαριού γκέι ανδρών, όταν ο ένας εκ των δύο ερωτεύεται μια γυναίκα. Σε τούτο το εξαιρετικά μελετημένο και προσεγμένο δράμα ο Φρανκ Ρογκόβσκι και ο Μπεν Γουίσο είναι στον ρόλο του εκκεντρικού σκηνοθέτη και του συζύγου του και η Αντέλ Εξαρχόπουλος είναι η γυναίκα που πυροδοτεί την ερωτική ένταση.

Ακόμα μία καλή φεστιβαλική πρόταση είναι η ταινία «Οι πραγματικές ήπειροι είναι οι ωκεανοί» (Los oceanos son los verdaderos continents) που διαδραματίζεται στην Κούβα. Σε μια γειτονιά που ρημάζει, μια ηλικιωμένη διαβάζει επιστολές του νεκρού συζύγου της από τον καιρό που εκείνος πολεμούσε το ’80 στην Ανγκόλα. Ένα ερωτευμένο ζευγάρι θα πληρώσει το κόστος του ονείρου της μετανάστευσης όταν η κοπέλα, η οποία κάνει παραστάσεις στο κουκλοθέατρο, αποκτά βίζα εργασίας για την Ευρώπη. Βιωματικό σινεμά δίχως να είναι φορτωμένο με μελοδραματισμούς, έντονα πολιτικοποιημένες ιδέες χωρίς δημαγωγίες και με εικόνες υπερβατικής δύναμης χωρίς φωνασκίες, με ένα ασπρόμαυρο να συντάσσει τα ασύντακτα. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Ιταλός Τομάζο Σανταμπρότζιο βρέθηκε στην αίθουσα και συνομίλησε με το κοινό για την ταινία του.

Οι ελληνικές πρεμιέρες

Μισέλ

Μετά τις «Εντυπώσεις ενός πνιγμένου», ο Κύρος Παπαβασιλείου επιστρέφει με τη δεύτερη ταινία του «Κάμπια Νύμφη Πεταλούδα», και με περιορισμένους πόρους μάς βάζει με θάρρος σε έναν αλλόκοτο κόσμο επιστημονικής φαντασίας, όπου ο χρόνος δεν κινείται γραμμικά. Σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι μνήμης και αυτοεκπληρούμενων προφητειών και με τα όρια του χρόνου να θολώνουν, ένα ζευγάρι βιώνει τη διαρκή του υπαρξιακή αγωνία και το δράμα γύρω από μια έκτρωση. Σίγουρα πρωτότυπο φιλμ, αλλά οι ανολοκλήρωτες ιδέες και το σπιράλ των ομόκεντρων δράσεων που επαναλαμβάνονται σε μια σουρεαλιστική δίνη του χρόνου χρειάζονταν προσεκτικότερη διαχείριση και στιβαρότερο σενάριο.

Μια γεύση απογοήτευσης άφησε και το «Μινόρε» του Κωνσταντίνου Κουτσολιώτα, το οποίο υποσχόταν ένα αναρχικό μείγμα από ρεμπέτικα, ιδιόρρυθμους νησιώτες, αρχέγονους μύθους και τέρατα του Λάβκραφτ. Η ταινία του Κωνσταντίνου Κουτσολιώτα θα μπορούσε να εξελιχθεί ως ένας σινεφιλικός φόρος τιμής στα b-movies του ’50, με λίγες δόσεις νουάρ και παρανοϊκού μιούζικαλ, όμως δεν μπορούμε να προσπεράσουμε ότι είναι μια μικρού μήκους ταινία 20 λεπτών τραβηγμένης μεγάλης διάρκειας ταινία. Η ποπ τοιχογραφία αναφορών και μείξεων είναι το συστατικό που ίσως την κάνει να βρει το (περιορισμένο) κοινό της στις αίθουσες.

Η καλύτερη ελληνική ταινία του Φεστιβάλ μέχρι τώρα είναι «Το καλοκαίρι της Κάρμεν», όπου ο Ζαχαρίας Μαυροειδής (Απόστρατος) στήνει με θέρμη και χιούμορ μια queer δραμεντί, όπου από μια παραλία γυμνιστών ξεκινάει ένα όνειρο για μια ταινία που θα βγάλει τους ήρωες από την αφάνεια και θα αλλάξει τις ζωές τους από τις προσωπικές σχέσεις που έχουν βαλτώσει. Η άβολη ενηλικίωση, οι αδιέξοδες γνωριμίες και οι καλλιτεχνικές ματαιώσεις δημιουργούν μια όμορφη ιστορία με αλμοδοβαρική ματιά, όπου οι ήρωες με όπλο και ασπίδα την queer τους ταυτότητα αναζητούν ένα καλύτερο αύριο. Το πρόβλημα της ταινίας έγκειται στις σχετικά αδύναμες ερμηνείες που δίνουν στο φιλμ έναν αχρείαστο αέρα παρεΐστικης δημιουργίας.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και η «Μονοκατοικία» που σκηνοθέτησε ο Ιωακείμ Μυλωνάς, απόφοιτος της σχολής του Γιάννη Οικονομίδη, όπου στήνει ένα σαδιστικό, αθυρόστομο και κλειστοφοβικό δράμα, με την αιματηρή βία να ξεσπάει όταν ένας διαρρήκτης μπαίνει στο σπίτι συνταξιούχου αστυνομικού τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι έπιασε το λόττο. Νευρώδες όσο αναπτύσσει τα παιχνίδια εξουσίας, μα χαμηλοτάβανο όταν εκβιάζει τις viral ατάκες.

Ο Αλεξάντερ Πέιν και τα παιδιά του χειμώνα

Η νέα ταινία του Αλεξάντερ Πέιν που τον σμίγει με τον Πολ Τζιαμάτι σχεδόν 20 χρόνια μετά το «Sideways» παρουσιάστηκε σε πανελλήνια πρεμιέρα στο κοινό του Φεστιβάλ. Ο ίδιος μίλησε με τους θεατές στο Ολύμπιον σε ένα χορταστικό Q&A, ενώ είχε παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης». Εκεί είπε πως η ιδέα για «Τα παιδιά του χειμώνα» (The Holdovers) προέκυψε από ένα άγνωστο γαλλικό φιλμ του 1935 του Μαρσέλ Πανιόλ. Είναι μόλις η δεύτερη ταινία στην οποία ο ίδιος δεν έχει εμπλακεί στο σενάριο και δήλωσε ότι πλέον προτιμά να αφοσιώνεται στη σκηνοθεσία, καθώς η συγγραφή σεναρίου είναι πλέον πολύ χρονοβόρα διαδικασία. Μάλιστα, σχολίασε χαρακτηριστικά: «Από τη στιγμή που έχεις τον σκελετό της ιστορίας, προσθέτεις και τον σκελετό του χαρακτήρα, την αίσθηση του χιούμορ, την αίσθηση του δράματος, την αίσθηση του πάθους, το πώς ολοκληρώνεται η ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο η ταινία γίνεται προσωπική. Πρέπει, όμως, να ξεχωρίσεις το προσωπικό από το αυτοβιογραφικό». Για την επανασύνδεσή του με τον Πολ Τζιαμάτι, ο Αλεξάντερ Πέιν διευκρίνισε ότι ο ρόλος ήταν γραμμένος για εκείνον από την αρχή και του έπλεξε το εγκώμιο λέγοντας: «Είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να κάνει. Είναι σαν να δίνεις έναν ρόλο στη Μέριλ Στριπ ή στον Λόρενς Ολίβιε. Είναι στ’ αλήθεια τόσο καλός». Κλείνοντας, ο Αλεξάντερ Πέιν είπε ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να γυρίσει και μια ταινία στην Ελλάδα, αν βρεθεί μια ιστορία που θα τον συναρπάσει.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0