Απ΄ τον Μάθιου Πέρι που έγινε παγκοσμίως γνωστός ως Τσάντλερ μέσα απ’ το sitcom «Τα Φιλαράκια» που πέθανε το περασμένο Σάββατο σε ηλικία 54 ετών, μέχρι τον επίσης αδικοχαμένο Λουκ Πέρι (τον Ντύλαν του «Beverly Hills 90210») είναι πολλά τα τηλεοπτικά ποπ είδωλα που δοξάστηκαν στα χρόνια της δεκαετίας του 90. Ο Μάθιου Πέρι ήταν αδύνατο να αποταυτιστεί από την τηλεοπτική του περσόνα, καθότι μορφές σαν αυτόν σφράγισαν παρέες, τυποποίησαν συμπεριφορές, ταυτίστηκαν με οικιακές τελετουργίες (χαλάρωση μετά τη δουλειά ή νωχελικά κυριακάτικα μεσημέρια) και χάρισαν διαχρονικές ατάκες.
Η σχέση της ελληνικής τηλεόρασης με τα αμερικανικά sitcom (τις κωμωδίες με αυτοτελή επεισόδια σε πλατό με γέλια κοινού) ήταν πάντα λειτουργική. Ειδικά στη δεκαετία του ’90, την εποχή που μεσουρανούσαν η τηλεοπτική ψυχαγωγία και το πρωτόλειο ελληνικό lifestyle, «Τα φιλαράκια» ενσωματώθηκαν οργανικά στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας για τηλεοπτική αναψυχή. Ήταν η ευγλωττία των διαλόγων, το πετυχημένο casting και οι έξι ευδιάκριτα δομημένοι χαρακτήρες, χωρίς να υπερτερεί ο ένας (όπως στο «Seinfeld»), τα συστατικά που δημιουργούσαν αυτό το θελκτικό οικοσύστημα παρέας που δεν κούρασε και δεν κουράστηκε ποτέ. «Τα φιλαράκια» ήταν ένα γενεαλογικό φαινόμενο που σφράγισε την ψυχαγωγία πριν από το Internet, πριν από τα smartphones και πριν από τη σοφιστικέ τηλεόραση που λάνσαρε πρώτο το ΗΒΟ. Μόλις δυο νότες απ’ το τραγούδι «I'll be there for you» των Rembrands αρκούσαν για να προκαλέσουν αυθόρμητο χαμόγελο σε χιλιάδες ανθρώπους. Αυτή δεν είναι μια εύκολη κατάκτηση, και ο Μάθιου Πέρι είναι υπεύθυνος για το ένα έκτο αυτής της πλανητικής επιτυχίας. Μέσα από το σαρδόνιο και ειρωνικό χιούμορ του δημιούργησε έναν ευαίσθητο άνδρα που ένιωθε ακόμα αγόρι και είχε τον σαρκασμό ως όπλο και ασπίδα απέναντι στις δυσκολίες.
Ο Τσάντλερ ήταν ένας πάντα άβολος μα γοητευτικός μέσα στην αφέλειά του χαρακτήρας, που δεν είχε φιλοδοξίες, αλλά είχε καταπιεί το υπαρξιακό αδιέξοδο της Γενιάς Χ. «Τα φιλαράκια», στο μακρινό πλέον 1994, οπότε ξεκίνησαν, θα τα κατάφερναν πάντα. Όσες αναποδιές και να τους έβρισκαν σε προσωπικό ή επαγγελματικό επίπεδο, θα επιβίωναν μέσα στις επίπλαστα ασφαλείς συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού, καθώς το αμερικανικό όνειρο είχε λίγα χιλιόμετρα ακόμη να διανύσει σε επίπεδο ψυχαγωγίας. Πολύ πριν έρθουν τα «Girls» και αργότερα το «Euphoria» για να αναδείξουν τη σεξουαλική δυσφορία, τις αλόγιστες καταχρήσεις και το οικονομικό αδιέξοδο των 20άρηδων, χωρίς γέλια κοινού, «Τα φιλαράκια» μοίραζαν αγνά χαμόγελα και happy end. Όμως η δυστυχισμένη συνείδηση, η έλλειψη αυτοπεποίθησης και ο φόβος της απόρριψης που κουβαλούσε ο Τσάντλερ ήταν μακράν η πιο αληθοφανής πτυχή του sitcom. Όχι τυχαία, καθώς ο Μάθιου Πέρι ήταν ο πιο βασανισμένος από τους πρωταγωνιστές στην αληθινή ζωή.
Ο ίδιος μιλούσε ανοιχτά για τον εθισμό του στα αναλγητικά και στο αλκοόλ, ενώ νοσηλεύτηκε πολλές φορές για απεξάρτηση. Δυστυχώς, οι περισσότεροι επικήδειοι ηθικολογούν περί αυτοκαταστροφικότητας του ίδιου του ανθρώπου και ελάχιστοι αναφέρουν τον Πέρι ως τραγικό θύμα της εγκληματικής δράσης της φαρμακοβιομηχανίας στις ΗΠΑ, καθώς υποβλήθηκε σε πολλές χειρουργικές επεμβάσεις για να σώσει τη ζωή του από την υπερβολική χρήση οπιοειδών.
Οπως συμβαίνει με τα τηλεοπτικά φαινόμενα, μετά το τέλος της σειράς κανένας από τους ηθοποιούς της σειράς δεν κατάφερε να κάνει αξιοσημείωτη καριέρα στο σινεμά - όπως και με τα ποπ συγκροτήματα, η δύναμη της μπάντας υπερτερεί των ικανοτήτων των μελών της. Ο Μ. Πέρι δοκιμάστηκε σε κάποιες ταινίες όπως το «Τhree to tango» ή το «Fools rush in» χωρίς επιτυχία. Μόνο το «Whole nine yards» διασώθηκε, αλλά κι αυτό χάρη στον Μπρους Γουίλις. Σε κάθε περίπτωση, είτε ως σύμβολο των ολέθριων επιπτώσεων της διασημότητας είτε ως σύμβολο του καλόκαρδου πεσιμισμού της διπλανής πόρτας, ο Μ. Πέρι θα μνημονεύεται για πάντα.