Χρειάστηκαν περίπου 7 χρόνια για να ολοκληρωθεί η κινηματογραφική μεταφορά του «Killers of the flower moon» από τον 80χρονοπλέον Μάρτιν Σκορσέζε. Το φιλόδοξο κινηματογραφικό σχέδιο, που φημολογείται ότι κόστισε 200 εκατ. δολάρια, προβάλλεται στις αίθουσες ανά τον κόσμο.
Η τελική εκδοχή της ταινίας «Οι Δολοφόνοι του Ανθισμένου Φεγγαριού», που σήμερα αποσπά διθυραμβικές κριτικές και ήδη θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες δημιουργίες του σύγχρονου κινηματογράφου, είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που ο Σκορσέζε και οι συνεργάτες του σχεδίαζαν αρχικά να γυρίσουν.
Στην αρχική της εκδοχή η ταινία προοριζόταν να είναι μια ιστορία μυστηρίου, στο πνεύμα του ομώνυμου βιβλίου στο οποίο βασίστηκε. Η ιστορία θα ακολουθούσε την έρευνα ενός πράκτορα του FBI, του Τομ Γουάιτ, καθώς αυτός θα προσπαθούσε να συνδέσει το (οφθαλμοφανές) παζλ πίσω από μια σειρά δολοφονιών των ιθαγενών Αμερικανών Όσεϊτζ στην Οκλαχόμα πριν από ακριβώς έναν αιώνα. Την εποχή, δηλαδή, που το έθνος των Όσεϊτζ είχε γίνει η πιο ευημερούσα φυλή της ηπείρου, καθώς η ανεύρεση πετρελαίου στο κομμάτι γης όπου είχε μεταπηδήσει τους είχε μετατρέψει στους πλουσιότερους ανθρώπους σε ολόκληρη την Αμερική. Τα επόμενα χρόνια, όμως, η μοίρα για πολλά μέλη των Όσεϊτζ θα ήταν οδυνηρή, καθώς πολλοί γηγενείς θα πέθαιναν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, παρότι είχαν λάβει υποσχέσεις βοήθειας από τον προύχοντα και αυτόκλητο πατέρα-προστάτη της πόλης Γουίλιαμ Χέιλ, τον οποίο υποδύεται στην ταινία ο Ρόμπερτ ντε Νίρο. Οι θάνατοι συνεχίζονταν αδιάκοπα χωρίς κανείς να οδηγείται στη Δικαιοσύνη. Οι λευκοί γείτονες των Όσεϊτζ βάλθηκαν να τους στερήσουν, με κάθε μέσο, τα δικαιώματά τους στην περιουσία τους αλλά και στην ίδια τους τη ζωή. Ο πράκτορας Τομ Γουάιτ θα καταφέρει να αποκαλύψει την οδυνηρή συνωμοσία που αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση των κληρονομικών δικαιωμάτων της γης, στην οποία εμπλέκονται ο Γουίλιαμ Χέιλ και ο ανιψιός του Έρνεστ. Αυτή η αποκάλυψη πάνω στην οποία δομείται το βιβλίο θα αποτελούσε την ανατροπή στο αστυνομικής φύσης σενάριο του Σκορσέζε και του Έρικ Ροθ.
Λίγο μετά τον καλλιτεχνικό θρίαμβο του «Ιρλανδού» («The Irishman») στα τέλη του 2019, και τη στιγμή που η ταινία θα έμπαινε στη διαδικασία της προ-παραγωγής, η πανδημία πάγωσε τα πάντα. Και αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Νεοϋορκέζο δημιουργό να ανασυνταχθεί και να επαναπροσεγγίσει το υλικό του. Και ακριβώς επειδή ο Σκορσέζε δεν είναι ούτε Κέβιν Κόστνερ ούτε Κλιντ Ίστγουντ, αποφάσισε ότι δεν ήθελε να υπογράψει ακόμη μια ιστορία μεσσιανικής διάσωσης της μειονότητας από έναν λευκό χαρακτήρα που θα ερχόταν στη μικρή πόλη για να αποδώσει δικαιοσύνη και να ξεπλύνει την ένοχη συνείδηση του σημερινού Αμερικανού θεατή μέσω της γουέστερν ηρωικής μυθοπλασίας.

Χωρίς το κλισέ του λευκού σωτήρα
Το σενάριο γράφτηκε από την αρχή, αυτή τη φορά με άξονα τον πολιτισμό, την ηθική και την κουλτούρα των Όσεϊτζ. Αντί να αποκρύψει σημεία της πλοκής που θα ενίσχυαν την αστυνομική ίντριγκα, ο Σκορσέζε έδωσε εξαρχής όλα τα στοιχεία των φόνων, από τη στιγμή που ο Χέιλ και ο Έρνεστ θα άρχιζαν να τους σχεδιάζουν. Ο Ντι Κάπριο άφησε τον ρόλο του αδιάφθορου και τίμιου πράκτορα και υποδύθηκε τον ανιψιό με τα σκιώδη κίνητρα και την ταλανισμένη ψυχή. Το αίσθημα λευκής υπεροχής του κοινωνιοπαθούς Γουίλιαμ Χέιλ και της πατριαρχικής ηθικής του, σε συνδυασμό με τη φροντίδα και την προστασία που έδειχνε στους Όσεϊτζ, παράλληλα με τη διεστραμμένη ερωτική ιστορία του ανιψιού με τη σύζυγό του συνέθεταν ένα πολύπλοκο σχέδιο κυριαρχίας, που πρόσφερε πολύ περισσότερα και πιο σύνθετα δραματουργικά εργαλεία σε σχέση με ένα απλό whodunit. Ο χαρακτήρας του Χέιλ δικαιολoγούσε τις δραστηριότητές του ως «επιχειρηματική δράση», ενώ αποκαλούσε τον εαυτό του αιδεσιμότατο. Μέχρι που έπεσε σε αντιφάσεις και κίνησε υποψίες, παρόλο που ορισμένα μέλη των τοπικών Αρχών προσπάθησαν να εκτροχιάσουν την ομοσπονδιακή έρευνα. Ο Χέιλ μαζί με τους υπόλοιπους συνωμότες του καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Ο ίδιος, όμως, δεν έμεινε στην ιστορία ως κατά συρροή δολοφόνος, αλλά μνημονευόταν ως πρωτοπόρος που βοήθησε να εκπολιτιστεί το εκλεκτό έθνος, καθώς το έβγαλε από την έρημο και του χάρισε την ευκαιρία να απολαύσει μια ζωή με υλικά αγαθά.
Η συνωμοσία και ο αξιότιμος κύριος Χούβερ
Οι φόνοι των Ινδιάνων Όσεϊτζ αποτέλεσαν μία από τις πρώτες έρευνες ανθρωποκτονιών που διεξήγαγε το FBI, όταν στο τιμόνι του ήταν ο νεαρός ακόμη και φιλόδοξος Τζέι Έντγκαρ Χούβερ. Ο παράφρονας Αμερικανός αξιωματούχος των υπηρεσιών επιβολής του νόμου και πρώτος διευθυντής του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών, ενός τμήματος που τότε έμοιαζε ακόμη με υποβαθμισμένο παράρτημα το οποίο πνιγόταν στη γραφειοκρατία, ανέθεσε την υπόθεση στον Τομ Γουάιτ, έναν καλοπροαίρετο αστυνομικό, που αργότερα τιμήθηκε για το έργο του από τους Όσεϊτζ. Ο Χούβερ πιστώθηκε μια επιτυχία που λειτούργησε ως έναυσμα για τη μετατροπή του γραφείου ερευνών σε ομοσπονδιακό. Χάρη σε αυτή την επιτυχία το FBI, με νέα δικαιοδοσία και άφθονους πόρους, ξεκίνησε μια αδυσώπητη σταυροφορία πατριωτικής δικαιοσύνης, ηθικολογικής εξόντωσης αντιφρονούντων και αντικομμουνιστικής υστερίας από τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, ο οποίος φυσικά έτρεφε ρατσιστικό μίσος για τους Όσεϊτζ, αλλά η υπόθεσή τους του ήταν τότε ακόμα χρήσιμη, καθώς φρόντιζε να φτιάξει ένα ισχυρό προφίλ.
Οι δολοφονίες των Όσεϊτζ έγιναν μία από τις πρώτες έρευνες δολοφονιών στην οποία συμμετείχαν πράκτορες που υποδύονταν μυστικά τους ασφαλιστές, τους αγοραστές βοοειδών και απλούς πολίτες για να συγκεντρώσουν στοιχεία. Επίσης, αυτή η έρευνα εγκαινίασε τη χρήση των πληροφοριοδοτών για τις ποινικές υποθέσεις. Στη συνέχεια ο Γουάιτ εγκατέλειψε τον οργανισμό του Χούβερ για να εργαστεί στο Κάνσας ως διοικητής φυλακών με υψηλότερο μισθό, αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 1950 προσπάθησε να εκμεταλλευτεί εμπορικά τη φευγαλέα φήμη που είχε αποκτήσει από τις έρευνες δολοφονιών που ξαφνικά ήρθαν στη δημοσιότητα, όμως τα απομνημονεύματά του απορρίφθηκαν από τους εκδότες ως αδύναμα και μη πειστικά.
Μια αναπαράσταση ντροπής
Το 1959 είχε κυκλοφορήσει η ταινία «The FBI Story» σε σκηνοθεσία του Μέρβιν Λιρόι, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Στιούαρτ στο απόγειο της δόξας του. Εάν κάποιος έλεγε στον Λιρόι ότι είχε φτιάξει μια άκρως προπαγανδιστική ταινία για το FBI και μια αγιογραφία για τον Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, ο σκηνοθέτης θα τον ευχαριστούσε για το κομπλιμέντο. Όπως έγραψε ο Λιρόι για την εν λόγω ταινία στα απομνημονεύματά του, η πρόθεσή του ήταν πάντα να εγκωμιάσει το FBI και τον Χούβερ, που ήταν στενός προσωπικός του φίλος. Μάλιστα, ο Χούβερ είχε λόγο στην τελική μορφή της ταινίας (final cut), ενώ έδινε συμβουλές για το σενάριο και ενίοτε απαιτούσε να ξαναγυριστούν σκηνές. Η ταινία αναπαριστά πραγματικές υποθέσεις που διερευνήθηκαν σε διάστημα δεκαετιών και παρουσιάζει το FBI ως μια μηχανή απονομής δικαιοσύνης και τον Χούβερ ως εγγυητή του νόμου και της τάξης. Η ταινία δεν αναγνωρίζει ποτέ ρητά τον ρατσισμό της Κου Κλουξ Κλαν και, σαν να μην έφτανε αυτό, οι Όσεϊτζ παρουσιάζονται σαν ανθρώπινα καρτούν, απολίτιστα όντα που περιφέρονταν χαμένα σε δεισιδαιμονίες χωρίς να έχουν αίσθηση του πλούτου και ανάγκη ευρωστίας.

Δολοφονίες. Απληστία. Συγκάλυψη. Η αληθινή ιστορία των Όσεϊτζ
Η φυλή των Όσειτζ εκδιώχθηκε από την πολιτεία του Κάνσας στα τέλη του 19ου αιώνα και μεταφέρθηκε σε έναν βραχώδη, άγονο καταυλισμό στην Οκλαχόμα. Η γη εκεί θεωρούνταν άχρηστη, μέχρι που ανακαλύφθηκαν μερικά από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στις ΗΠΑ. Μέχρι τη δεκαετία του 1920 οι Όσεϊτζ είχαν συνολικά περιουσία που ξεπερνούσε τα 400 εκατ. δολάρια, γεγονός που τους καθιστούσε τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο. Ωστόσο, μια ομάδα επιχειρηματιών έβαλε μπροστά μια σκοτεινή συνωμοσία με σκοπό να κλέψει το πετρέλαιο κάτω από τα πόδια τους, χρησιμοποιώντας παράνομα μέσα, ακόμη και δολοφονίες. Επικεφαλής αυτού του σχεδίου ήταν ο Γουίλιαμ Χέιλ, ο οποίος έχτισε ένα ράντσο στον καταυλισμό και έγινε πλούσιος εκτρέφοντας ζώα. Ύστερα από την έλευσή του, το ένα μετά το άλλο τα μέλη της φυλής έπεφταν νεκρά από πυροβολισμούς, δηλητηριάσεις, ανεξήγητες φωτιές και αδιευκρίνιστα αίτια. Οι νόμιμοι κληρονόμοι που προέκυπταν από τους διπλωματικούς γάμους των γυναικών της φυλής έβλεπαν τις περιουσίες τους να αυξάνονται, καθώς κληρονομούσαν τα υπάρχοντα των μελών της οικογένειας και επιπλέον εισέπρατταν τις αποζημιώσεις των συμβολαίων ζωής. Η υπέρμετρη επιθυμία των λευκών εποίκων να επωφεληθούν από τον εδαφικό πλούτο των ιθαγενών Αμερικανών είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον 60 ανθρώπους των Όσεϊτζ. Οι περισσότεροι από αυτούς τους θανάτους παραμένουν ακόμη ανεξιχνίαστοι.
Το έθνος των Όσεϊτζ μοίρασε ισόποσα τη γη του στα μέλη του και καθένα έλαβε περίπου 650 στρέμματα. Το ίδιο το έθνος παραχώρησε σε κάθε μέλος του ένα κληρονομικό δικαίωμα κεφαλής στο συνολικό μερίδιο ορυκτού πλούτου. Καθώς το πετρέλαιο του έθνους απέφερε όλο και περισσότερα χρήματα, κάθε μέλος των Όσεϊτζ είχε δικαίωμα προοδευτικά σε μεγαλύτερο πλούτο. Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη εκείνης της εποχής, οι ιθαγενείς ήταν αφελείς, πρωτόγονοι και είχαν ανάγκη από την επίβλεψη των λευκών για να μην σπαταλήσουν τους πόρους τους. Η κυβέρνηση θεωρούσε, επίσης, ότι οι ινδιάνικες φυλές ήταν εξαρτημένα έθνη και προωθούσε «προστατευτικούς» νόμους που χρησίμευαν στον έλεγχο των ιθαγενών και των προγονικών τους εδαφών. Το 1887, για παράδειγμα, ο νόμος Dawes διαχώριζε τα εδάφη και τα μοίραζε σε οικογένειες ιθαγενών που θα δήλωναν πρόθυμες να αποδεχθούν την πολιτιστική αφομοίωση. Το 1921 το Κογκρέσο αποφάσισε ότι κάθε απόγονος των Όσεϊτζ άνω των 21 ετών όφειλε να αποδείξει την ικανότητά του να διαχειριστεί τα οικονομικά του ή να αναθέσει τη διαχείρισή τους σε κηδεμόνα διορισμένο από το δικαστήριο. Ακόμα και η υποψία ανευθυνότητας ήταν αρκετή για το δικαστήριο ώστε να ορίσει έναν λευκό κηδεμόνα. Ως αποτέλεσμα, 600 κηδεμόνες πήραν 8 εκατ. δολάρια μόνο σε πλεονάζοντα κεφάλαια χωρίς καμία επίβλεψη και χωρίς καμία λογοδοσία σε διάστημα μόλις τριών ετών.
Οι φόνοι των Όσεϊτζ αποτελούν μια από τις πιο σκοτεινές, απάνθρωπες και ανατριχιαστικές σελίδες της αμερικανικής Ιστορίας. Οι συνωμότες είπαν ψέματα και σκότωσαν, αφού πρώτα παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένειες με τα μεταγενέστερα θύματά τους. Η πιο ανησυχητική πτυχή της ιστορίας, ωστόσο, είναι πως το σύστημα οικειοποίησης εδαφών βασίστηκε σε αυτές τις γκανγκστερικές πρακτικές που πάντοτε καιροφυλακτούσαν στην καρδιά της Αμερικανικής Δύσης.