Ο Φερνάντο Μποτέρο υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς και σημαίνοντες καλλιτέχνες της σύγχρονης τέχνης. Που ζούσε δημιουργώντας αδιάκοπα τον «δικό του παράλληλο κόσμο» μιας διαφορετικής από την κυρίαρχη αντίληψη για το υπέρβαρο σώμα και την ίδια τη ζωή. Γεννήθηκε το 1932 στην επαρχιακή πόλη Μεντεγίν της Κολομβίας, γνωστής για τις αιματηρές συγκρούσεις των καρτέλ των ναρκωτικών. Επισκέφτηκε το Σχολείο των Ιησουιτών μέχρι την αποβολή του εξαιτίας του άρθρου του «Ο Πικάσο και η αντισυμβατικότητα στην Τέχνη» στην τοπική εφημερίδα El Columbiano. Έφυγε από εκεί με το απολυτήριο του δημόσιου σχολείου για να γνωρίσει την ευρωπαϊκή τέχνη στα μεγάλα μουσεία και στις σχολές της Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών του Σαν Φερνάντο στη Μαδρίτη και στην Ακαδημία του Αγίου Μάρκου στη Φλωρεντία, βιοποριζόμενος με αντιγραφές έργων των παλιών δασκάλων που μεταμόρφωσε αργότερα με το δικό του ύφος. Το ανακάλυψε το 1956 στο Μεξικό προσπαθώντας να αποδώσει τον «όγκο» ενός μαντολίνου «χωρίς σκιά».
Οι στρογγυλεμένες, ογκώδεις φόρμες των γλυπτών ή ζωγραφισμένων ανθρώπων και των ζώων που καταλάμβαναν τον χώρο ήταν αυτές που τον έκαναν διάσημο, προκαλώντας τον θαυμασμό ή την αποστροφή κοινού και κριτικών. Έδεναν τον πριμιτιβισμό της προκολομβιανής αλλά και τον μαγικό ρεαλισμό της λατινοαμερικάνικης λαϊκής τέχνης με την ευρωπαϊκή παράδοση της πρώιμης Αναγέννησης και του μπαρόκ αλλά και των στιβαρών μορφών του πρώιμου Πικάσο. «Πιστεύω στη σημασία που έχουν οι ρίζες μας, χαρίζουν στο έργο την ειλικρίνειά τους» δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Γερμανού Πέτερ Σαμόνι «Botero, geboren in Medellin»(2008).
Η θεματική του Μποτέρο εκτείνεται από την ξέφρενη ή χαλαρή καθημερινότητα των απλών ανθρώπων μέχρι τις βίαιες συγκρούσεις των καρτέλ των ναρκωτικών και των στρατιωτικών ενάντια στους πολίτες πρόδιδε και αυτή την καταγωγή του. Παρουσίαζε τον κόσμο ανάμεσα στο ακόρεστο πάθος για τη ζωή και τη μέθη της και στην ωμή βία της εξουσίας του θανάτου. Όπως και οι πολυάριθμες απεικονίσεις των ταυρομάχων και των επισκόπων, των «μοναδικών ανθρώπων που σήμερα με τις ευφάνταστες ενδυμασίες τους συνέχιζαν την παράδοση της Αναγέννησης» και ενέπνεαν την πλούσια παλέτα του. «Το χρώμα είναι αυτό που καθορίζει τη σύνθεση» δήλωνε, μη διστάζοντας να προβάλλει τους ματαντόρ του ανάμεσα σε καταπράσινα δέντρα. Χωρίς να αμφισβητεί τη δύναμη του σχεδίου που υπηρετούσε με συνέπεια όχι μόνο για να βρει τις πρέπουσες υπερρεαλιστικές αναλογίες, αλλά και γιατί θεωρούσε ότι με το κάρβουνο ή το μολύβι μπορούσε να αποτυπώσει καλύτερα απ’ ό,τι με το πινέλο τη λεπτομερή έκφραση.
Τα έργα για τα βασανιστήρια των Ιρακινών κρατουμένων από Αμερικανούς στρατιώτες στις στρατιωτικές φυλακές του Abu Ghraib που δημιούργησε το 2005 στηρίζουν, όπως και άλλα, τη θέση του ότι «ο καλλιτέχνης πρέπει να παίρνει θέση». Οι μυώδεις, κουλουριασμένες ή όρθιες φιγούρες των κρατουμένων με τα δεμένα μάτια και τα παραμορφωμένα από τον πόνο στόματα βρήκαν το 2006 τις εκθεσιακές πύλες των ΗΠΑ κλειστές, με εξαίρεση μια μικρή γκαλερί της Μάλμπορο στο Μανχάταν αλλά και την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας. Ο Μποτέρο τα δώρισε στο Μουσείο Τέχνης του Μπέρκλεϊ, όπου εκτίθενται κάθε χρόνο σε ειδική έκθεση με τίτλο «Η Τέχνη για τα ανθρώπινα δικαιώματα». Όπως δώρισε και δύο μεγάλες συλλογές του για τη δημιουργία δύο μουσείων στην Κολομβία. «Για να έρθει και ο ίδιος», όπως έλεγε για τα γλυπτά του στους δημόσιους χώρους, «με την τέχνη του στους ανθρώπους».