Ο Αύγουστος ήταν κάποτε, στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, ο καθιερωμένος μήνας «των μπάνιων του λαού», της κοινωνικά αποδεκτής ραστώνης αλλά και του αναστοχασμού. Η εποχή, που οι περισσότεροι κάτοικοι της πρωτεύουσας εγκατέλειπαν την πόλη, διαφεύγοντας από τη δρομολογημένη καθημερινότητά της στη θάλασσα ή στο βουνό. Και οι λίγοι που παρέμεναν εντός των τειχών της, άκοντες λόγω υποχρεώσεων ή εκόντες, πιστοί εραστές της, μπορούσαν να την απολαμβάνουν στα θερινά σινεμά, να την ανακαλύπτουν με τους αργούς ρυθμούς του περιπατητή στους άδειους δρόμους.
Μέχρι τις δεκαετίες της κρίσης, των επερχόμενων Μνημονίων και της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων που ακολούθησε, με μια σύντομη «αριστερή ανάπαυλα», το καθεστώς της ασύδοτης αναδιανομής του πλούτου και της εργαλειοποίησης των πολιτών. Όπου οι μέρες των αδειών λιγόστεψαν και οι ώρες εργασίας πλήθυναν, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια γίνηκαν απλησίαστα για την πλειονότητα των γηγενών, η ακρίβεια της ενέργειας και των στοιχειωδών αγαθών εξασθένησε και άλλο τα ισχνά βαλάντιά τους. Έτσι ώστε οι διακοπές στην ύπαιθρο, που ακόμα δεν έχει καεί, να θυμίζουν πλέον σχολικές εκδρομές και η επήρειά τους στους ούτως ή άλλως εξουθενωμένους μέσα στον πυκνωμένο χρόνο της τετραετίας των αλλεπάλληλων καταστροφών πολίτες αυτού του τόπου να είναι μηδαμινή.
Η απάθεια να γενικεύεται σαν μια μολυσματική ασθένεια, με τους χειραγωγούς της να ρίχνουν ακόμη μια φορά την ευθύνη για τις πυρκαγιές στην κλιματική κρίση, στον καύσωνα και στο κακό, αναπότρεπτο ριζικό μας. Η μνήμη του καλοκαιριού της ραστώνης και του αναστοχασμού στην ερημωμένη πόλη με τους λαβωμένους, υπό συνεχή ανάπλαση δρόμους που δύσκολα περπατιούνται και στα απειλούμενα από ερήμωση, ανοχύρωτα και απροστάτευτα από το επιτελικό κράτος του Μητσοτάκη φυσικά τοπία να μοιάζει πολύ μακρινή.
Η Τέχνη ως αντίδοτο στον όλεθρο

Κι εκεί που ετοιμαζόμαστε να αποχαιρετήσουμε το καλοκαίρι που χάνεται, όπως η Αλεξάνδρεια του μεγάλου ποιητή, παρατηρώντας αμέτοχοι τον όλεθρο από τα παράθυρα της μικρής οθόνης έρχεται η Τέχνη να δώσει ελπίδα σε όσους πολλούς δεν μπόρεσαν να αποδράσουν, για μια αναγέννηση μέσα από τα αποκαΐδια της ζωής, στις γκαλερί που για πρώτη φορά παρατείνουν τη λειτουργία τους, μέσα στο θέρος, στην Αθήνα.
Η ομαδική έκθεση που οργανώνει η Γκαλερί Έρση μάς προτρέπει με τον τίτλο της «Αστική σχόλη», φέρνει στον νου εικόνες ξεχασμένες ή άγνωστες εντελώς από τα παλιά, φτιαγμένες από καλλιτέχνες που έγραψαν το πρόσωπο της σύγχρονης νεοελληνικής τέχνης. Το μάτι του θεατή διεισδύει στο πλέγμα από τα πυκνά δοσμένα με λεπτομερείς γραμμές και μεγάλες μπλε κηλίδες «Ξάρτια» των ιστιοφόρων, αναζητά τον ορίζοντα. Στέκεται έκθαμβος μπροστά στη μορφωμένη με έναν τρόπο παιδικό, ανέγγιχτη ακόμα από τη βιομηχανία του τουρισμού, άδολη όψη της Μυκόνου με τους λιτούς λευκούς όγκους των σπιτιών και των ανεμόμυλων και τις γραμμικές ανθρώπινες φιγούρες να προσδίδουν με την κίνησή τους ζωή γύρω από το μικρό λιμανάκι με τα απαλά χρωματισμένα ψαροκάικα και τις λικνιζόμενες βαρκούλες. Ανασύρει τα ίχνη της βιωματικής μνήμης από μια «Πρώιμη εκδρομή» σε ένα τοπίο άγριο, χωρίς ξαπλώστρες και μπιτσόμπαρα, φτιαγμένο με ορμητικές, ρευστές και πηχτές, πινελιές. Όπου τα πνεόμενα, απτά σχεδόν, λεπτεπίλεπτα στάχυα μάς παρασύρουν με τη φορά του ανέμου στα παιδιά που παίζουν μπάλα μπροστά στον κολπίσκο με τα ανταριασμένα κύματα και στο άνοιγμά του πέρα από τα απέναντι βουνά. Μας μεταφέρουν τη λησμονημένη αίσθηση της ανεμελιάς και της ελευθερίας σε έναν χρόνο άχρονο δίχως όρια.
Συναισθάνεται την τρυφεράδα που αναδίνουν οι πρωτογονικές, ανθρωπόμορφες φιγούρες των άοκνων συμβόλων του μόχθου, των «μυρμηγκακιών». Συνειδητοποιεί τη δύναμη της σμιλεμένης ρεαλιστικά φυλλωσιάς που υπερβαίνει με την ποτισμένη στο φως της ανατολής «αειφορία» της τη δυσοίωνη πραγματικότητα. Διαισθάνεται την αυτάρεσκη νωχελικότητα που διαπνέει, μέσα στην αισθησιακή πλαστικότητα των όγκων της και των δυναμικών πινελιών της ροδαλής σάρκας της, τη μορφή της «Λουόμενης» πάνω στο λαχανί στρώμα με την αποτυπωμένη έκφραση της αναμονής στο αφαιρετικό πρόσωπό της. Βυθίζεται στην ηρεμία της παραμορφωμένης και ανοίκειας προοπτικής της «Νεκρής Φύσης», δίπλα στη νυχτερινή θάλασσα, τη φωτισμένη με τη φεγγοβολή της μικρής, σαν χάρτινης σελήνης. Με τα λεμόνια και το πλασμένο σαν γυναικείο σώμα χρυσαφί κανάτι πάνω στο κόκκινο τραπέζι να μας απευθύνει ένα κάλεσμα ερωτικό.
Info: «Αστική σχόλη», ομαδική έκθεση με έργα των Σπύρου Βασιλείου, Γιάννη Γαΐτη, Νικήτα Γρίσπου, Κώστα Γραμματόπουλου, Γιώργου Δέρπαπα, Χρίστου Καρά, Σπύρου Κουρσάρη, Θέμου Μάιπα, Δημήτρη Μυταρά, Άλκη Πιερράκου, Παύλου Σάμιου, Θάνου Τσίγκου, Δημήτρη Τσιρογιάννη, Αλέκου Φασιανού Γκαλερί Έρση, Κλεομένους 4, Κολωνάκι Διάρκεια έκθεσης: 12 Ιουλίου-30 Σεπτεμβρίου 2023 Ώρες λειτουργίας: Δευτ.-Παρ. 11.30 π.μ.-3 μ.μ. & 5.30 μ.μ.-8.30 μ.μ., Σάβ. 11.30 π.μ.-3 μ.μ.