Ηταν λογικό να δοξαστεί μετά θάνατον η Sinead O’Connor από πηχυαίους τίτλους που την αποκαλούν ίνδαλμα. Ήταν αναμενόμενο το όνομά της να συνοδεύει άρθρα νεκρολογίας που δεν μπορούν να κρύψουν την «κίτρινη» φύση τους: οι κακοποιήσεις, η συναισθηματική κατάρρευση, το Ισλάμ, τα φάρμακα, η ψυχική νόσος, η χειροτονία, η αυτοκτονία του γιου και πάει λέγοντας. Υπάρχουν πολύ αίμα και πολλά δάκρυα στην ιστορία της ζωής της Sinead ώστε να θρέψουν τα χειρότερα ένστικτα πολλών μεσημεριανών εκπομπών με σκυθρωπές φάτσες στα πάνελ. Μεγάλη υποκρισία. Όση υποκρισία κρύβουν και τα δακρύβρεχτα tweets διάσημων που κάνουν λόγο για ανυπέρβλητο ταλέντο, ενώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια όχι μόνο δεν θα συνεργάζονταν μαζί της, αλλά ούτε για μια φωτογραφία δεν θα στέκονταν δίπλα της για να μην χαλάσουν το προφίλ τους. Θα προσπεράσω την τροφή των ταμπλόιντ και θα αναφερθώ στη δημιουργικότητά της και στη σπάνια εκφραστική ιδιοσυγκρασία της, που η βιομηχανία δεν αξιοποίησε ποτέ.
Μια ασύγκριτη καριέρα με τεθλασμένη γραμμή ποιότητας
Η μουσική βιομηχανία στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, δηλαδή στην τελευταία χρυσοφόρα εποχή της, δεν μπορούσε να κατατάξει σε είδος, δεν μπορούσε να την εξηγήσει ως προς τη συμπεριφορά (δεν ήταν το ροκ αγρίμι ούτε η έντεχνη τραγουδοποιός ούτε η τσαμπουκαλεμένη pop ντίβα) ώστε να την κατατάξει σε κατάλληλο κοινό, και κυρίως δεν κατανοούσε την πολιτική της στάση.
Οι ερμηνευτικές ικανότητες της Sinead ήταν αδιανόητες. Οι φωνητικές οιμωγές της σε ανατρίχιαζαν και οι ψιλές της δίπλα στους ψιθύρους ήταν ασύγκριτες, επειδή κατάφερνε να διυλίζει τα ψυχολογικά της τραύματα σε αυτοβιογραφικά τραγούδια (όπως το «Fire on Babylon»), ενώ οι ψίθυροι έδιναν διέξοδο στον βιωμένο πόνο της. Δεν θύμιζε τίποτα συγκεκριμένο απ’ το παρελθόν και δεν επιχείρησε ποτέ να στήσει μια δημόσια περσόνα, όπως συμβαίνει ευρέως σήμερα σε υποδεέστερες περιπτώσεις, όπως η μονίμως αδικαίωτη από τον έρωτα Adele ή το άγριο ξωτικό Florence - σταρ οχυρωμένες πίσω από έναν ρόλο που τους έδωσε η βιομηχανία. Δεν βρέθηκαν οι οξυδερκείς παραγωγοί και συνεργάτες για να αξιοποιήσουν το εύρος της φωνής της και να διοχετεύσουν τις ευαισθησίες της σε δίσκους αντάξιους του ταλέντου της. Ενώ άλλες, όπως η Alanis Morissette και η Liz Phair, έστησαν καριέρα αντιγράφοντάς την.
Η Sinead απογείωσε την κέλτικη τεχνική στον δίσκο «Sean-Nos Nua» (2002), τραγούδησε τα pop standards του ’50 στο LP «Am i not your girl?» (1992) όπως θα ονειρεύονταν όλες οι Peggy Lee αυτού του κόσμου και έκανε ακόμα και τη ρέγκε να υποφέρεται στον δίσκο «Throw down your arms» (2005). Η επιτυχία ήρθε με το άλμπουμ «I do not want what i haven’t got» (1990) κυρίως χάρη στη σπαρακτική ερμηνεία του «Nothing compares 2 U» και του βιντεοκλίπ, όπου μας απευθύνθηκε μετωπικά σαν σύγχρονη Ζαν ντ’ Αρκ, επιτρέποντας να κυλήσει ένα δάκρυ για όσα κουβαλούσε.

Η αντικαθεστωτική στάση και το πολιτικοποιημένο σθένος
Οσοι θυμόμαστε ρομαντικά τις αρχές του ’90 μας βολεύει να ξεχνάμε την αγριότητα και τον σεξισμό που κυριαρχούσαν. Δεν είναι εύκολο στη σημερινή εποχή της σοσιαλμιντιακής διαμαρτυρίας (συχνά εκ του ασφαλούς) και της πολυφωνίας, όπου εύκολα χρησιμοποιείται η τακτική του σοκ, να κατανοηθεί πλήρως ο αντίκτυπος της καταστροφής της φωτογραφίας του Πάπα στο SNL ως διαμαρτυρία για την παιδική κακοποίηση στους κόλπους της Εκκλησίας. Δεν ήταν μόνο οι θρησκόληπτοι συντηρητικοί που την έβριζαν, σύσσωμη η «εναλλακτική» ροκ σκηνή την είχε κατακρεουργήσει. Λίγοι θυμούνται τη Sinead να στέκεται με εύθραυστη αξιοπρέπεια μπροστά σε χιλιάδες οπαδούς του Μπομπ Ντίλαν που τη γιούχαραν με μίσος. Δεν είναι τόσο εύκολο στην εποχή που πολλοί-ές αρθρώνουν φεμινιστικό λόγο, συχνά χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, να εκτιμηθεί η έμφυλη δήλωση του ξυρίσματος του κρανίου ώστε να λήξει κάθε πίεση της δισκογραφικής για βελτίωση της εικόνας της. Όπως λίγοι θυμούνται τον χλευασμό απ’ τον Τύπο, το κοινό και τους περισσότερους συναδέλφους της όταν δήλωσε queer. Ούτε είναι εύκολο στην εποχή των δημοσίων σχέσεων να γίνει αντιληπτό τι σήμαινε το 1990 η άρνηση του ρόλου της προστατευόμενης του Prince, ακυρώνοντας ένα δεύτερο «Nothing compares 2 U», ή το κόψιμο των δεσμών με τους U2 στο απόγειο της δόξας τους επειδή η ίδια στήριξε την ένοπλη δράση του IRA στην πατρίδα τους. Πόσω μάλλον η άρνησή της να εμφανιστεί στη σκηνή σε περίπτωση που ακουστεί το «Star-Spangled Banner» - κάτι που έκανε τον Frank Sinatra να δηλώνει δημόσια ότι αν την πιάσει στα χέρια του, θα τη σπάσει στο ξύλο.
Στην εποχή του εύκολου RIP οι ίδιες οι εταιρείες που δεν ήθελαν να τη βλέπουν στο δυναμικό τους έχουν την ευκαιρία να βγάλουν ένα «Best of», πατώντας στον μύθο του «αδικοχαμένου ταλέντου», τώρα που η ίδια δεν μπορεί να ενοχλήσει. Ας είναι.
Για κατευόδιο ας ακούσουμε ξανά τη φωνητική κλιμάκωση στο «Drink before the war» ή την πολυκύμαντη εποποιία του «Troy» απ’ το συγκλονιστικό ντεμπούτο της και ας ελπίσουμε να βρει η ψυχή της την ηρεμία που ο κόσμος μας δεν της χάρισε.