«Εγώ είμαι επίμονος στις αγάπες μου» λέει ο Θοδωρής Γκόνης. Αγαπάει τα κείμενα, το θέατρο, τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους. Σκηνοθέτης, ποιητής, πεζογράφος, ηθοποιός, φροντίζει με κάθε εργασία του να χαρτογραφεί μνήμες, τόπους, μύθους, να διατρέχει τον ανθρώπινο πολιτισμό αναζητώντας ψηφίδες αυτής της διαδρομής στον σύγχρονο κόσμο. Είναι από τους λίγους σκηνοθέτες που επιμένει να ανασκάπτει το σύγχρονο ελληνικό έργο. Αυτή τη φορά σκηνοθετεί την «Κουρά» της Γλυκερίας Μπασδέκη. Με οδηγό τη γλώσσα και ένα βαθύ ενδιαφέρον για τις τελετουργίες τού παλιού καιρού, συναντάει αυτή την αλληγορία περί φύσεως, που παρουσιάζεται την Παρασκευή και το Σάββατο στο Αρχαίο Θέατρο Γιτάνων στη Θεσπρωτία.
«Γράφω για τις οφειλές μου» ομολογεί και ταυτόχρονα επιμένει ότι «το θέατρο είναι η τελευταία γωνιά ελευθερίας». Ο ίδιος φροντίζει να τροφοδοτεί εμπνευσμένα και τη γραφή, και τις δύο τέχνες, το θέατρο και το τραγούδι. Γι’ αυτές μας μιλάει ενώ η συζήτηση απλώνεται από τους αρχέγονους μύθους μέχρι τον σύγχρονο άνθρωπο, από τους νέους καλλιτέχνες μέχρι τις επόμενες συνεργασίες του, με τον Δημήτρη Μπάκουλη στην παράσταση και στον δίσκο «Τα κλεμμένα» το φθινόπωρο, και τη Γιώτα Φέστα στις «Πέντε στάσεις» του Μάκη Τσίτα τον χειμώνα. Κουβέντα την κουβέντα, ο Θ. Γκόνης ξεδιπλώνει τις σκέψεις του και δίνει αφορμές για να «πάρει κανείς σκέψη για τον δρόμο του».
Είστε από τους λίγους σκηνοθέτες που επιμένετε στο ελληνικό έργο. Τι σας οδηγεί σ’ αυτή τη στάση και προτίμηση;
Η γλώσσα μας με οδηγεί. Είμαι από εκείνους που νιώθω τυχερός γιατί μεγάλωσα με αυτά που πρωτοαγάπησα, με τα κείμενα, τους ποιητές και τους απλούς ανθρώπους που είχαν το χάρισμα να αφηγούνται ιστορίες και να αφήνουν ελεύθερες αυτές τις ιστορήσεις από δικές τους παρεμβάσεις, από δικές τους εξηγήσεις. Άφηναν τη μισή δουλειά στον ακροατή τους προκειμένου να συνεχίσει. Κάπως έτσι δεν πεθαίνουν οι ιστορίες. Έτσι βρήκα κι εγώ μια δουλειά ν’ ακολουθήσω. Άλλωστε, η καρδιά ενός δημιουργού, ενός καλλιτέχνη είναι το αυτί του. Γι’ αυτό ο Θεός μας έδωσε δύο αυτιά γαϊδουρινά!
Τις ακούμε αυτές τις ιστορίες σήμερα;

Οσο περνάει ο καιρός, είναι η αλήθεια, δεν συναντάς εύκολα ανθρώπους να αφηγούνται. Έχει κερδίσει το παιχνίδι η πληροφορία, δυστυχώς. Δεν υπάρχει βέβαια και προσεκτικός ακροατής πια. Ο σημερινός άνθρωπος δεν επεξεργάζεται ό,τι δεν μπορεί να συντομευτεί. Δεν έχει την υπομονή να ακούσει. Εξάλλου, η τέχνη της διήγησης οδεύει προς το τέλος της σιγά-σιγά. Με λυπεί αυτό το γεγονός, γιατί τελειώνει η επική πλευρά της αλήθειας, της σοφίας τελικά. Ακόμα και στις παρέες απλώνεται μια αμηχανία όταν κάποιος επιθυμεί να διηγηθεί μια ιστορία. Ουσιαστικά διηγούμαστε ιστορίες για να ανταλλάσσουμε εμπειρίες. Το θέατρο είναι ίσως ένα από τα τελευταία μέρη που μπορεί να ακούσει κανείς ελεύθερα μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Μπορεί να ακούσει την ιστορία του Οιδίποδα, του Άμλετ, της Νόρας, και μπορεί να πάρει σκέψη για τον δρόμο του.
Στην «Κουρά» της Γλυκερίας Μπασδέκη ποιος δρόμος σας οδήγησε; Τι σας προκάλεσε, τι σας προσκάλεσε σ’ αυτό το έργο;
Με ενδιαφέρουν πολύ οι τελετουργίες τού παλιού κόσμου. Οι τελετουργίες των οικοσυστημάτων, της οικοτεχνίας, των σιναφιών, γιατί οι δράσεις αυτού του κόσμου που χάθηκαν είναι πάρα πολύ κοντά στον λόγο του θεάτρου. Η κουρά, ας πούμε, είναι μια τελετουργία εξαγνισμού. Δεν εξαντλείται στο κούρεμα των προβάτων. Από τη μυθολογία, που η βασίλισσα Βερενίκη αφιερώνει τα μαλλιά της στον σύζυγό της και αυτή η κόμη μεταμορφώνεται στη συνέχεια σε αστερισμό, ή η μπούκλα από τα μαλλιά του που αφήνει ο Ορέστης στον τάφο του πατέρα του, ή οι Μυρμιδόνες, που αφιερώνουν τις κόμες τους στο νεκρό σώμα του Πάτροκλου, μέχρι την κουρά των μοναχών, ορθοδόξων, βουδιστών και άλλων θρησκευτικών ταγμάτων, και μέχρι την κουρά των προβάτων, στην οποία εστιάζει κυρίως η παράστασή μας, αυτή η αρχέγονη τελετουργική διαδικασία συμβάλλει ουσιαστικά στην κοινωνική αλληλεγγύη και η αναβίωσή της είναι ένας ύμνος στη δύναμη της φύσης και στον κύκλο της ζωής. Αυτή η διαδικασία μας οδήγησε στο έργο της Γλυκερίας Μπασδέκη.
Η μνήμη του ανθρώπινου πολιτισμού, δηλαδή, είναι ο οδηγός σας γι’ αυτή την παράσταση;
Απολύτως. Το μαλλί, το ποκάρι, δηλαδή, που θα γίνει νήμα, θα μας οδηγήσει στην τελετουργία του αργαλειού, στην ύφανση, όπου το υφάδι θα ζευγαρώσει με το στημόνι και θα συναντηθεί η ομορφιά με τον έρωτα, το αρσενικό με το θηλυκό, για να βγει μια νέα ζωή. Αυτό μας φέρνει κοντά στην πανάρχαια μοίρα των ανθρώπων. Η παράστασή μας συναντά τις τρεις πανάρχαιες υφάντρες, την Κλωθώ, τη Λάχεση και την Άτροπο, συναντάει με λίγα λόγια τη μοίρα μας, την ανθρώπινη διαδρομή, την ανθρώπινη συνέχεια. Στη σκηνή τη δράση αναλαμβάνουν δύο ηθοποιοί, ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης και η Αναστασία Χατζάρα, και τρεις μουσικοί, η Ράνια Σταματέλου, ο Στέλιος Μίχας-Εγγλέζος και η Γεωργία Μερεντίτη, και φυσικά η Ματίνα Μέγκλα, που κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια, ο Αλέξανδρος Γκόνης στη μουσική, η Ελπίδα Σκούφαλου στο βίντεο και ο Βασίλης Μπούτος, που είχε την ιδέα να γίνει αυτό το κείμενο παράσταση. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που συναντηθήκαμε. Με τη Γλυκερία συνεχίζουμε τη συνομιλία μας εδώ και χρόνια, από τότε που πρωτοβρεθήκαμε στον Βορρά, τότε που ήμουν στο Φεστιβάλ Φιλίππων. Η Γλυκερία είναι ένας σταθερός συνεργάτης, και θα ακολουθήσουν κι άλλα… στραβοπατήματα.
Σας λείπει το Φεστιβάλ Φιλίππων;
Οχι. Ο κύκλος αυτός έκλεισε. Νιώθω ευγνώμων βεβαίως για όλα αυτά που έγιναν στην Καβάλα, τα οποία δεν τα έκανα και μόνος μου. Τώρα συνεχίζουμε.
Επιμένετε ότι η τέχνη δεν εξελίσσεται, αλλά συνεχίζεται;
Βεβαίως. Η επιστήμη εξελίσσεται - η οδοντιατρική, για παράδειγμα, εξελίσσεται. Το δόντι της τέχνης όμως είναι ένα και κοφτερό. Γι’ αυτό άλλωστε συνεχίζουμε να διηγούμαστε τις ίδιες μεγάλες ιστορίες, τον Όμηρο, τον Θερβάντες, τον Σαίξπηρ.
Στις μέρες μας τη θέση του κειμένου συχνά παίρνει η μορφή.
Εγώ είμαι επίμονος στις αγάπες μου. Αγαπώ τα κείμενα, κι αν η αγάπη μου είναι πραγματική, μου παραχωρούν απίστευτη ελευθερία. Διαρκής επιθυμία μου είναι να διηγηθώ μια ιστορία ή και να ακούσω επίσης. Αυτός είναι και ο ορισμός του θεάτρου από την εποχή του Διονύσου. Νιώθω πως δεν έχω κάτι τελείως δικό μου να πω. Αυτό το βρίσκω μόνο όταν συναντάω τα λόγια κάποιου άλλου. Τότε βρίσκω το θάρρος να πω κάτι κι εγώ και ίσως γι’ αυτό επιθυμώ να εργάζομαι στο θέατρο. Το θέατρο είναι ο τέλειος τρόπος για να κρύβεται κανείς πάνω στη σκηνή, δηλαδή να φανερώνεται.
Ωστόσο, γράφετε ποίηση, γράφετε στίχους, πράγμα που σημαίνει ότι έχετε κάτι να πείτε εντελώς δικό σας.
Ναι, αλλά μέσα στον κόσμο. Μόνο εκεί μπορώ να βρω τον εαυτό μου. Δεν γράφω στίχους ή κείμενα μόνο για μένα, και όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω ότι δεν γράφω καθόλου για μένα. Γράφω για τις οφειλές μου «της Μιχαλούς». Είναι ο δικός μου τρόπος να συνομιλώ με τους ανθρώπους. Ανακάλυψα το παραμιλητό γράφοντας για τους άλλους.
Για ποιους άλλους γράφετε αυτή την περίοδο;
Για τους απόντες γράφω, γι’ αυτούς που λείπουν. Οι παρόντες, ευτυχώς, δεν με χρειάζονται και τόσο.
Τι γράφετε για τον Δημήτρη Μπάκουλη;
Για τους κλέφτες, για τα κλεμμένα, από τον κλέφτη της Βαγδάτης έως τον Ερμή και τον κλέφτη της αγάπης. Είναι περίπου δέκα καινούργια τραγούδια και κάποια κείμενα μαζί, που θα παρουσιαστούν με μια ομάδα νέων εξαιρετικών μουσικών, συνεργατών του Δημήτρη, ενός δημιουργού που μου αρέσει ιδιαίτερα ο τρόπος του, το φθινόπωρο στην Αθήνα με τίτλο «Τα κλεμμένα» και υπότιτλο «Εφτά τραγούδια κλέφτικα και ο κλέφτης της Βαγδάτης». Ταυτόχρονα με την παράσταση που θα παρουσιάσουμε, θα κυκλοφορήσει και ο δίσκος με τα τραγούδια της.
Πώς συναντιέστε με καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς;
Νομίζω πως όλα γίνονται τυχαία, αλλά όχι με την έννοια του κισμέτ. Γυμνάζεται κανείς καθημερινά για τις ουσιαστικές συναντήσεις του, οι οποίες είναι πάντα αμφίδρομες. Έτσι έγινε και στην περίπτωση με τον Δημήτρη. Το να συναντάς στον δρόμο σου νεότερους ανθρώπους και να επιθυμούν την «παρέα» σου είναι και λυτρωτικό, αλλά και κολακευτικό ταυτόχρονα, και σου δίνει κουράγιο να συνεχίσεις. Συναντάς και τον παλιό σου εαυτό καμιά φορά και ίσως να τον καταλάβεις και να τον γνωρίσεις επιτέλους.
Διακρίνετε ταλέντα στις μέρες μας;
Φυσικά! Πέρα από αυτούς που έχουν δώσει ήδη δείγματα εργασίας στο θέατρο, στη μουσική, στην επιστήμη, αυτή την ώρα που μιλάμε εργάζονται σιωπηλά πολλοί ακόμα και εύχομαι να μας αιφνιδιάσουν ευχάριστα. Στη ζωή αρέσουν οι εκπλήξεις και τα ξαφνιάσματα. Αιώνες τώρα έτσι προχωράει.
Εκτός από «Τα κλεμμένα», θα κάνετε κάτι ακόμα τον χειμώνα;
Θα σκηνοθετήσω τις «Πέντε στάσεις» του Μάκη Τσίτα, με πρωταγωνίστρια τη Γιώτα Φέστα, μια ηθοποιό που εκτιμώ ιδιαίτερα για όλη της την πορεία και στο θέατρο, και στο σινεμά. Τη σκηνογραφία θα κάνει ο ζωγράφος Αντρέας Γεωργιάδης και τους φωτισμούς ο Τάσος Παλαιορούτας. Η παράσταση θα ανέβει στις αρχές Νοεμβρίου στο Θέατρο Αυλαία στη Θεσσαλονίκη και τον Δεκέμβριο θα κατέβει στην Αθήνα. Είναι ο μονόλογος μιας γυναίκας στη Θεσσαλονίκη, είναι ένα κείμενο από αυτά που πολύ μου αρέσουν να εργάζομαι στο θέατρο, που αφήνουν χώρο για τον ηθοποιό και εντέλει για τον θεατή. Είναι ένα κείμενο πραγματικά θεατρικό, ένα κείμενο ταπεινό, που κάνει τη «μισή» δουλειά και την άλλη μισή την αφήνει για την παράσταση. Έτσι έχει λόγο άλλωστε να υπάρχει και το θέατρο. Αν τα λέει όλα το κείμενο, δεν χρειάζεται να το ανεβάσουμε, το διαβάζουμε ως μυθιστόρημα. Το θέατρο είναι μια άλλη τέχνη. Οι «Πέντε στάσεις» του Τσίτα, που είναι η διαδρομή της ηρωίδας με το λεωφορείο από την Άνω Τούμπα στο ΑΧΕΠΑ και στη ζωή της επίσης, έχουν αυτό το χάρισμα, να αφήνουν ελευθερία στο θέατρο. Το θέατρο είναι η τελευταία γωνιά ελευθερίας.