To όνομα που κάποτε λάμπρυνε τη νέα σκηνή της βρετανικής electronica και έκανε εκατομμύρια ακροατές είτε να καταρρέουν τα ξημερώματα σε μυθικά rave πάρτι ή να ονειρεύονται μέσα από τα ακουστικά τους ότι χάνονται στα μεγαλύτερα κλαμπ των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων έρχεται ξανά στην Ελλάδα. Αυτό το κάποτε είναι λίγο σοκαριστικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι τοποθετείται χρονικά σχεδόν τρεις δεκαετίες πίσω. Όμως οι Prodigy είναι περίπτωση αειθαλούς συγκροτήματος που δόξασε την ανάγκη για χορό και ψυχεδελική εκτόνωση μέσα από τα σκοτεινά και βαθιά νυχτερινά άλμπουμ του, που ανέδυαν οσμές από αυτές που βρίσκεις μόνο στα βιομηχανικά υπόγεια ή στα ανοιχτά χωράφια όπου έχουν σχεδιαστεί αυτοσχέδια πάρτι, στα οποία το μόνο που έχει σημασία είναι η δύναμη της έντασης των ηχείων. Τα μουσικά μοτίβα της βιομηχανικής techno-νομίας των Prodigy παραμένουν ισχυρά από την εποχή που ο ιδρυτής τους Liam Howlett άρχισε να γράφει ηλεκτρονική μουσική, το 1990 περίπου. Το άλμπουμ «Music for the jilted generation» του 1994 προκαλεί ακόμη ζοφερές αισθήσεις και παραμένει ένα έργο-σταθμός για τη χορευτική -και όχι μόνο- μουσική.
Τον Μάρτιο του 2022 η μπάντα επέστρεψε στις συναυλίες, γιορτάζοντας τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου «The fat of the land», τιμώντας παράλληλα τη μνήμη του σπουδαίου frontman Keith Flint, που «έφυγε» από πολύ νωρίς. Οι punk ερμηνείες του Keith, ο οποίος ξεδίπλωνε την οργισμένη πρόζα του σαν τελετουργικό ανάθεμα, περικύκλωναν σαν ηλεκτροφόρα καλώδια τα οργιώδη synth τραγουδιών, όπως το «Firestarter». Ο Howlett, ο Leroy Thornhill και ο ΜC Maxim εμπνέονταν από μία ακαθόριστη χορευτική δυστοπία και έγραψαν ύμνους, όπως το «No good», το «Voodoo people» και το «Poison» μεταξύ άλλων, ικανά να ακούγονται από τα subwoofers μιας πόλης που πάντα να ψάχνει για νέα ταυτότητα. Φέτος θα μας θυμίσουν όλους τους λόγους για τους οποίους έγραψαν ιστορία.
Τα opening acts
Στη σκηνή θα έχουν προηγηθεί οι Primal Scream, ένα ιστορικό συγκρότημα που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη Γλασκώβη. Ο ιδιοφυής Bobby Gillespie ήταν και παραμένει ο εγκέφαλός τους. Η αγάπη του για το ψυχεδελικό garage του ’60 και το punk του ’70 τον έκανε έναν από τους κορυφαίους εκφραστές της βρετανικής μουσικής του ’90, καθώς το συγκρότημα θεωρήθηκε ένα από τα βασικά σύμβολα της εποχής της acid house, κυρίως για τον εμβληματικό δίσκο «Screamadelica», που περιείχε διαμάντια όπως το «Loaded», το «Come together» και το «Movin’ on up». Ο Gillespie είχε το χάρισμα να πάρει μια blues μπαλάντα και να τη μετατρέψει σε κάτι εκστατικό. Μπορούσε να διασκευάσει και να μετατρέψει οποιαδήποτε ιδέα σε αφηρημένα pop τραγούδια, γεφυρώνοντας τη ροκ με την electro. Το συγκρότημα υπέγραψε αξέχαστα τραγούδια, όπως το «Jailbird», το «Swastika eyes», το «Kowalski», το «Kill all hippies» και, φυσικά, μια από τις κορυφαίες διασκευές όλων των εποχών, το «Some velvet morning» του Lee Hazzlewood με τη συμμετοχή της Kate Moss.
Τη συναυλιακή μέρα για τα δύο θηρία των 90s θα ανοίξει η εγχώρια ανεξάρτητη μπάντα Lip Forensics. Πρόκειται για το ντουέτο που έχουν σχηματίσει τα εξαιρετικά δραστήρια μέλη της εναλλακτικής σκηνής της Αθήνας, ο Zade και ο Ekelon. Το ντεμπούτο τους «Apophenia» μόλις κυκλοφόρησε και συνδυάζει άψογα την ονειρική ηλεκτρονική αύρα του Kavinsky με την επιθετικότητα των Μ83. Ένα άλμπουμ μοντέρνας electronica, που περιέχει τραγούδια τα οποία δοξάζουν περήφανα τη γλυκόπικρη electro και καταφέρνουν να κερδίζουν ακόμα και τους πιο απαιτητικούς λάτρεις της ηλεκτρονικής μουσικής.