Ο 35χρονος Γιάννης Ταυλάς έχει κάνει πολύ σοβαρές σπουδές κλασικής κιθάρας, θεωρητικών και σύνθεσης. Έχει γράψει έργα συμφωνικής μουσικής, μουσικής δωματίου και για σόλο όργανα, αλλά και μουσική για θεατρικές παραστάσεις, και έχει κάνει ενορχηστρώσεις για τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων και την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής, ενώ επίσης είναι μαέστρος της Ανοιχτής Ορχήστρας. Δραστηριοποιείται επίσης στη μουσική εκπαίδευση και έχει συνεργαστεί ως εκτελεστής αρκετών οργάνων με πολλά σημαίνοντα ονόματα της ελληνικής μουσικής συναυλιακά αλλά και ως ηχολήπτης και παραγωγός στο προσωπικό στούντιό του.
Μολονότι όμως ο Γιάννης Ταυλάς είναι ήδη τόσο πολυπράγμων, έχει και ακόμα μία πλευρά, αυτή του τραγουδοποιού. Στον πρώτο του δίσκο «Τέσσερεις τριλογίες», που κυκλοφόρησε στην αρχή του 2022, συμμετείχαν δεκαπέντε ερμηνευτές και ερμηνεύτριες. Λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά ήρθε το «Τραγούδια μίας χρήσης», μια σειρά από πολύ ιδιαίτερα σατιρικά τραγούδια, τα οποία αυτή τη φορά ερμηνεύει ο ίδιος. Συνομιλήσαμε γι’ αυτό το άλμπουμ με τον ξεχωριστό και τόσο «ιδιωματικό» δημιουργό.
Καταρχήν, είναι λίγο ασυνήθιστο, αν όχι παράξενο, κάποιος με τόσο στέρεα κλασική μουσική παιδεία, που δραστηριοποιείται και εργάζεται σ’ αυτόν τον χώρο, να γράφει και τραγούδια με την τρέχουσα έννοια του ιδιώματος, έτσι δεν είναι; Τι σε ωθεί λοιπόν να το κάνεις;
Η οργανική μουσική επικοινωνεί απευθείας με το ασυνείδητο και δεν χρειάζεται να εξηγήσει πολλά. Καμιά φορά λοιπόν θέλω να γίνομαι πιο συγκεκριμένος και να εκφράζομαι με λέξεις.
Είναι περισσότερο και από προφανές ότι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης είναι συνολικά μία από τις κυριότερες επιρροές σου. Ποιοι άλλοι έχουν επηρεάσει τη μουσική κυρίως γραφή σου όσον αφορά τη σύνθεση τραγουδιών;
Μουσικά επηρεάζομαι από τα πάντα και θέλω να πιστεύω ότι συνήθως επιλέγω αυτό που εξυπηρετεί καλύτερα το εκάστοτε τραγούδι από αισθητικής πλευράς. Ο προηγούμενός μου δίσκος ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Το ίδιο θα είναι και ο επόμενος.
Εκτός από του Φοίβου Δεληβοριά και του Σπύρου Γραμμένου, που συμμετέχουν στον δίσκο, ποιων άλλων συγχρόνων τα τραγούδια αισθάνεσαι «συγγενή» με τα δικά σου;
Μου αρέσουν πολύ οι Σκιαδαρέσες και η Μάρω Μαρκέλλου, αλλά η αλήθεια είναι ότι μεγαλύτερη συγγένεια αισθάνομαι με τους Διονύση Σαββόπουλο, Τζίμη Πανούση και Χάρρυ Κλυνν.
Και γιατί η συμμετοχή μίας και μόνης ερμηνεύτριας, της Μαρίας Τζόγια, και στο συγκεκριμένο τραγούδι;
Η Μαρία είναι κολλητή φίλη μου. Ήθελα σ’ αυτό το τραγούδι («Εγωιστικό τραγουδάκι») κάποιον που να έχει βάρος η γνώμη του πάνω μου, να με βρίσει και να μου πει «ξεκαβάλα» και δεν μπορώ να φανταστώ καταλληλότερη γι’ αυτόν τον ρόλο.
Επιδιώκεις να κάνεις τον κόσμο να γελάσει με τα τραγούδια σου, κάτι που είναι όχι μόνο θεμιτό αλλά και λυτρωτικό, ακόμα και θεραπευτικό για το κοινό, ή διά μέσου της σάτιρας να επισημάνεις και να καυτηριάσεις όσα σε ενοχλούν, ίσως και σε πληγώνουν; Ή μήπως και τα δύο ταυτόχρονα;
Πολλές φορές ο πιο άμεσος τρόπος για να πεις αυτό που θέλεις είναι το χιούμορ. Θέλω να κάνω τον άλλον να γελάσει, γιατί είναι όντως λυτρωτικό και ένας υπέροχος τρόπος επικοινωνίας, αλλά όταν τελειώσει το γέλιο, με ενδιαφέρει να υπάρχει και ένας προβληματισμός.
Σε ποιον βαθμό αυτά τα «εφήμερα και χρηστικά τραγούδια», εκτός από σατιρικά, είναι και αυτοσαρκαστικά;

Σε τεράστιο βαθμό! Σε κάθε δεύτερο τραγούδι υπάρχει ένας φόβος μου ή μια ανασφάλειά μου. Ακόμα και ο τίτλος είναι περισσότερο αυτοσαρκαστικός, παρά δηκτικός ή κάτι άλλο.
Το «Παιδικό τραγουδάκι» είναι μόνο παρωδία κάποιων στιγμών του ελληνικού τραγουδιού ή κάτι άλλο και περισσότερο από αυτό;
Στο τραγούδι αυτό «αγοράζω από παζάρι» τους τρεις αγαπημένους μου, τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι και τον Σαββόπουλο, και τους βάζω προσεκτικά σε ένα πολύτιμο κουτάκι όπου φυλάω τις παιδικές αναμνήσεις και τα όνειρά μου για να μην μου τα κλέψει κανένας.
Το «Γεια» κρύβει τόση πίκρα όση αντιλαμβάνομαι; Σε ποια πράγματα και γιατί σε έχει απογοητεύσει τόσο πολύ η γενιά σου;
Ναι, όντως έχει τόση πικρία μέσα του. Θεωρώ πως η γενιά μου δεν μεγάλωσε ποτέ και δεν έφτασε ακόμα ούτε θα φτάσει κάπου εξαιτίας της διάσπασης της προσοχής, των χαμηλών ιδανικών και του έντονου εγωισμού. Ελπίζω να είμαι εγώ ο πικρόχολος και να είναι αλλιώς τα πράγματα…
Θα έλεγες ότι ορισμένα έστω από αυτά τα τραγούδια έχουν και μια πολιτική διάσταση;
Οτιδήποτε έχει να κάνει με αλληλεγγύη, επικοινωνία και αυτοκριτική έτσι ή αλλιώς έχει και πολιτική διάσταση. Δεν μου αρέσει η κοινωνία μας και προσπαθώ όπως μπορώ να κάνω αυτό που μου αναλογεί για να βελτιωθεί.
Ακριβώς γι’ αυτό λοιπόν ήταν όντως απαραίτητο να γράψεις αλλά και να συμπεριλάβεις στον δίσκο το «Σιχαμένο τραγουδάκι»;
Το «Σιχαμένο τραγουδάκι» είναι το καταλληλότερο παράδειγμα γι’ αυτό που προαναφέραμε. Σου λέω κάτι κραυγαλέο, ακόμα και ενοχλητικό για να γελάσεις και να σου τραβήξω την προσοχή, αλλά στην πραγματικότητα θέλω να σου μιλήσω για κάτι πολύ σοβαρό.
Δεδομένου ότι είναι ένας κυριολεκτικά «χειροποίητος» δίσκος, με την έννοια ότι όλα έχουν περάσει και παιχτεί από εσένα, πρώτον σε ενδιαφέρει και δεύτερον είναι εφικτό να τον παρουσιάσεις ζωντανά στην ολοκληρία του;
Αυτά τα τραγούδια είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να παίζονται και με μια κιθάρα. Η παραγωγή είναι χειροποίητη γιατί θεώρησα ότι αισθητικά τους ταιριάζει το «σπιτίσιο» grungy άγγιγμα. Δεν θα έλεγα όχι και σε μια άλλη παρουσίαση, με μια μπάντα.
Και τα προσεχή σχέδιά σου, τραγουδοποιητικά και μη, δισκογραφικά και όχι;
Σκέφτομαι ο επόμενος δίσκος να είναι μόνο οργανική μουσική. Το νιώθω ως τη φυσική συνέχεια για εμένα, αλλά προς το παρόν φεύγω περιοδεία με τον καλό μου φίλο Παντελή Κυραμαργιό και όλα είναι ανοιχτά για το καλοκαίρι.
Το σίγουρο είναι ότι περιμένουμε και άλλες εκπλήξεις και μόνον ευχάριστες από τον Γιάννη Ταυλά…