Ο John Cale γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της Ουαλίας. Η πρώτη έντονη ανάμνησή του είναι η αυστηρή γιαγιά του που, μην έχοντας συγχωρήσει ποτέ την Ουαλή δασκάλα κόρη της για το ότι παντρεύτηκε Άγγλο, είχε επιβάλει να μιλούν στο σπίτι αποκλειστικά ουαλικά, με αποτέλεσμα ο μικρός John να μάθει αγγλικά μόνον όταν πήγε σχολείο! Η χειρότερη, όμως, εμπειρία της παιδικής ηλικίας του ήταν όταν στα δώδεκα τον κακοποίησε σεξουαλικά μέσα σε μια εκκλησία ο οργανίστας της. Ούτε αυτό, όμως, μπορούσε να ανακόψει την πορεία ενός παιδιού θαύματος κυρίως της βιόλας, αλλά και του πιάνου που έπαιξε στην Ορχήστρα Νέων της Ουαλίας και συνέχισε τις μουσικές σπουδές του σε ανώτερο επίπεδο στο Λονδίνο.
Πήρε υποτροφία για την Αμερική, όπου αρχικά μαθήτευσε δίπλα στους μεγάλους πρωτοπόρους Aaaron Copeland, La Monte Yung και John Cage. Κατέληξε, όμως, στη Νέα Υόρκη το 1964, όπου, με μέντορα τον Andy Warhol, έγινε συνιδρυτής με τον Lou Reed των θρυλικών Velvet Underground. Εκτός από την ηλεκτρική πλέον βιόλα του, έπαιζε μπάσο, keyboards, ενίοτε τραγουδούσε και συμμετείχε στη σύνθεση όσων τραγουδιών δεν έγραφε μόνος του ο Lou Reed. Αποχώρησε, όμως, μετά τον δεύτερο δίσκο τους το ’68, με τον αστικό μύθο να επιμένει ότι, εκτός από τις δημιουργικές διαφορές, αιτία ήταν η αντιζηλία του με τον Reed για τα μάτια της Nico που συμμετείχε στο πρώτο άλμπουμ τους (ο ίδιος μύθος λέει ότι επικράτησε ο Reed).
H προσωπική διαδρομή του John Cale (με την ηλεκτρική κιθάρα και το πιάνο να είναι πια εξίσου τα βασικά όργανά του) άρχισε το 1970 και περιλαμβάνει μόνο καλούς και εξαίρετους δίσκους και δύο αριστουργήματα: πρώτο και σημαντικότερο το «Paris 1919» του ’73 και το «Music for a new society» του ’82. Διακόπηκε από πολύ λίγες αλλά εκλεκτές συνεργασίες, όπως με τον Lou Reed στο «Songs for Drella», έναν φόρο τιμής στη μνήμη του Andy Warhol, και το «Wrong way up» με τον Brian Eno, αμφότερα το 1990.
Ο θόρυβος της ύπαρξης
Το «Mercy», που κυκλοφόρησε στις 20 Ιανουαρίου, είναι ο δέκατος έβδομος (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται live, συλλογές κ.λπ.) δίσκος του και ο πρώτος με νέο υλικό μετά από έντεκα χρόνια. Τα ηλεκτρονικά, καθόλου τυπικά και συνηθισμένα αλλά ακραία και τραχιά, αποτελούν τη βάση του ήχου του και συμπληρώνονται από το χαρακτηριστικό παίξιμό του στο πιάνο και λίγες ηλεκτρικές κιθάρες, με το σύνολο να αγκαλιάζει τη ζεστή και μαλακωμένη από την πατίνα του χρόνου βαρύτονη φωνή του. Στα επτά από τα δώδεκα τραγούδια συμμετέχουν νεότεροι μουσικοί και σχήματα από την Αμερική και λιγότερο την Αγγλία.
Οσα έχουν συμβεί στον πλανήτη μετά το 2010, η διεθνής οικονομική κρίση, η άνοδος της Ακροδεξιάς σε πολλές χώρες, με πιο ενδεικτική την Προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, η κλιματική κρίση, με έμφαση στο λιώσιμο των πάγων στους Πόλους, και βέβαια η πανδημία με τα lockdowns, που επέτεινε τη μετατροπή του κόσμου σε μια δυστοπία πολύ πιο σκοτεινή από όσο θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε, όχι μόνο τροφοδότησαν το γράψιμο των τραγουδιών του «Mercy», αλλά και τα έχουν διαποτίσει, φιλτραρισμένα βέβαια από το μυαλό και το αισθητήριο του δημιουργού τους. Είναι ένας δίσκος για όσους «έφυγαν» (ένα τραγούδι είναι αφιερωμένο στη Nico) και όσα πέρασαν, πολύ περισσότερο για όσα βιώνουμε, αλλά κοιτάζοντας με ψυχραιμία και περίσκεψη στο μέλλον. «Ιστορία του αίματος» («Story of blood») είναι ο τίτλος του δεύτερου single, που έχει για θέμα τη βιολογική συγγένεια αλλά και συνέχεια της ανθρωπότητας. Στο τρίτο single, το «Noise of you», μιλάει για τους θορύβους και τους ήχους που αποτελούν το ακουστικό αποτύπωμά μας στον κόσμο και, πάνω από όλα, τον ήχο της καρδιάς μας. «Και τώρα θέλω όλοι και όλες να σωπάσετε και να ακούσετε τον θόρυβό σας» είναι η σοφή προτροπή της κατάληξής του.
Στις 9 Μαρτίου ο John Cale θα συμπληρώσει τα ογδόντα ένα χρόνια του. Με αφορμή το «Mercy» τον αποκάλεσαν «ο διαφορετικός των διαφορετικών» (the outsider’s outsider). Ο άνθρωπος και δημιουργός που κάποτε είχε πει «δεν αρκεί να αναρωτιέσαι μια φορά ποιος είσαι και να επαναπροσδιορίζεις τον εαυτό σου, πρέπει να το κάνεις όσο πιο συχνά γίνεται» σίγουρα θα χαμογέλασε ικανοποιημένος.