Με συνεχόμενα sold out που έρχονται από την προηγούμενη σεζόν, ένα εμβληματικό έργο του Ρ. Ατάιντε, σε μια διασκευή και σκηνοθεσία του ευρηματικού και σκηνοθετικά καταιγιστικού Γιώργου Παπαγεωργίου— για τρεις άνδρες και ζωντανή μουσική επί σκηνής, ο Πάνος Παπαδόπουλος επέστρεψε μόλις στη σκηνή του Νέου Κόσμου για λίγες παραστάσεις, μαζί του και η Δεσποινίς Μαργαρίτα που εκείνος υποδύεται. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15 «Μπαίνει η Δεσποινίς Μαργαρίτα» και εμείς συναντήσαμε τον Πάνο Παπαδόπουλο και τον αναγκάσαμε σε πέντε ερωτήσεις να μας μεταφέρει το σκηνικό σύμπαν της παράστασης, να μας μιλήσει για την εκ νέου συνεργασία του με τον πολυπράγμονα και σκηνοθετικά ευφυή Γιώργο Παπαγεωργίου αλλά και να μας πει τα πάντα για αυτό το εμβληματικό έργο. Αυτός είναι ο Πάνος Παπαδόπουλος.
Μπαίνει η Δεσποινίς Μαργαρίτα με απανωτά Sold Out. Τώρα που έχεις μπει για τα καλά στην παράσταση που αποδίδεις αυτή την επιτυχία;
Όταν σκεφτήκαμε με τον Γιώργο αυτό το κείμενο, δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε το πόσο επίκαιρο θα κατέληγε να είναι πάλι στον καιρό μας. Θυμάμαι στις αρχικές συζητήσεις μας να κουβεντιάζουμε ότι ...ναι πολύ ωραίο όχημα για έναν ηθοποιό αλλά γιατί αυτό το έργο πάλι; Γιατί τώρα; Η ζωή μας βέβαια μετακινείται αστραπιαία, οπότε η πρώτη σημαντική συγκυρία πιστεύω είναι η στιγμή που το ανεβάσαμε. Έπειτα η ματιά του Γιώργου έχει μια τέτοια τρυφερότητα που αγκαλιάζει τον ηθοποιό. Του στρώνει ένα χαλί να πατήσει. Έχει μεγάλη έγνοια να φωτίσει όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές του προσώπου και να το κάνει κατανοητό, ως προς τον τρόπο που φέρεται και δρα. Σίγουρα η μουσική και η παρουσία των Γιάννη και Μιχάλη Λατουσάκη και ο τρόπος που έχουμε επέμβει μαζί με τον Γιώργο στο ίδιο το κείμενο, φέρνοντάς το σε σημεία, περισσότερο στο τώρα. Δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να παίζει ρόλο σε μια επιτυχία, αλλιώς θα μπορούσαμε να το κάνουμε κάθε φορά. Ίσως ότι το λαχταράμε και πολύ. Κάθε φορά που παίζουμε έχουμε την ίδια αίσθηση που είχαμε παιδιά... "πω, πω τι σας έχουμε ετοιμάσει τώρα...".
Την κεντρική ηρωίδα αναλαμβάνεις να την παίξεις εσύ σε αυτή την σκηνοθετική εκδοχή του Γιώργου. Ποιες δυσκολίες συνάντησες;
Η δυσκολία ήταν καθαρά η διαχείριση του χρόνου. Πώς μπορεί κανείς μόνος του, χωρίς την παρουσία άλλων ρόλων, να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού, για μια ώρα και κάτι. Ο όγκος δηλαδή πρώτον και δεύτερον το πώς σε μια κακή θα έλεγε κανείς μέρα, μπορείς να γυρίσεις το τρένο στη σωστή ράγα χωρίς τη βοήθεια κάποιου άλλου. Είναι αρκετές φορές που αισθάνομαι στη Μαργαρίτα, ότι αυτό που κάνω μπορεί πολύ εύκολα να βρίσκεται λίγο παραδίπλα από αυτό που θα έπρεπε να είναι. Αν μιλούσαμε με μουσικούς όρους θα λέγαμε ότι στονάρει λίγο η ερμηνεία. Έχει τρομερό ενδιαφέρον αυτό. Ότι μπορεί ο ηθοποιός να στέλνει άλλη πληροφορία και το νευρικό του σύστημα να μην τον υπακούει. Εκεί όπως καταλαβαίνετε γίνεται μια εσωτερική μάχη.

Έχοντας ξαναδουλέψει με το Γιώργο Παπαγεωργίου, νιώθω λοιπόν ότι είσαι ο κατάλληλος να μας πεις πως είναι ως σκηνοθέτης. Τι σε γοητεύει στη ματιά του;
Με συγκινεί πολύ ο Γιώργος. Είναι κι αυτός πιστεύω ένα παιδί που δεν μεγαλώνει όπως κι εγώ. Έχουμε κάτι το Πήτερ Πανικό και οι δύο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και φορές που μπορεί να συγκρουστούμε στην πρόβα, αλλά πάντα αισθάνομαι την αγάπη του και την φροντίδα του. Ποτέ δε σκέφτεσαι με το Γιώργο ότι κινδυνεύεις υποκριτικά. Ξέρεις ότι και ο ίδιος πρώτα απ' όλα έχει την έγνοια του ηθοποιού, όπως θα την είχε και για τον εαυτό του. Δημιουργεί το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα για να αναδείξει την καλύτερη εκδοχή σου και το διασκεδάζει όταν το βλέπει να πετυχαίνει όπως ακριβώς θα έκανε και με τον εαυτό του. Έχει τρομερή γενναιοδωρία. Επίσης έχουμε κοινό χιούμορ και γελάμε πολύ με τις επεμβάσεις που κάνουμε καμιά φορά στα κείμενα. Μόνο καλά έχω να λέω για τον Γιώργο. Μου έκανε εξάλλου δύο μεγάλα δώρα. Τον Επιθεωρητή και τη Μαργαρίτα, σε στιγμές για μένα κομβικές.
Πρόκειται για μια διασκευή. Τι έχει αλλάξει; Τι έχει φωτιστεί σε σχέση με το σήμερα;
Ως προς το κοινωνικοπολιτικό θέμα, η παράσταση δεν έχει πειράξει κάτι. Πιστεύω πως έχει μείνει αυτούσιο. Αυτό που επιχειρήσαμε με τις δικές μας επεμβάσεις, είναι να του δώσουμε λίγο περισσότερο χιούμορ, ούτως ώστε να φωτιστεί στο τέλος η μεγάλη απελπισία αυτής της γυναίκας. Η βαθύτατη μοναξιά της και η ματαίωση κάθε ελπίδας για μια καλύτερη ζωή. Για ένα χέρι που θα μπορούσε πιθανότατα να κρατούσε το δικό της και δε βρέθηκε, ή και για πέντε λεπτά που ένας άγνωστος θα σταματούσε να της πει μια κουβέντα στο δρόμο αντί να την προσπεράσει.

Πιστεύεις ότι είναι εύκολο να γεφυρώσεις τις έμφυλες διαφορές έστω και για ένα ρόλο;
Στην παράστασή μας είναι η αλήθεια, ότι κανείς δε στέκεται στο ότι ένας άνδρας ηθοποιός παίζει έναν ρόλο γυναικείο. Αυτό συμβαίνει πιστεύω γιατί η Μαργαρίτα είναι ένα σύμβολο. Η εξουσία η ίδια. Έτσι όταν την ερμηνεύει ένας άνδρας, το πρόσωπο από αυτή την λοξή ματιά, αποκτάει εξ αρχής μια άλλη διάσταση. Γίνεται πιο αφαιρετικό, σαν μια σκιά μαύρη που υψώνεται απειλητικά στον τοίχο. Ο θεατής πρέπει να κάνει αυτομάτως ένα άλμα και να δεχθεί αυτή τη σύμβαση. Να δει μέσα από αυτό το κούνημα, ό,τι μπορεί περισσότερο για τον τρόπο που ζούμε και που συμπεριφερόμαστε στους γύρω μας...
