"Με αυτή την ταινία γυρίζω σε ένα πρώιμο στάδιο του κινηματογράφου, ασπρόμαυρο, χωρίς λόγια. Ήταν πρόκληση και ταυτόχρονα έμπνευση ότι είναι μια ταινία βουβή, που παρουσιάζεται με τον συγκεκριμένο τρόπο και με τη συνοδεία ζωντανής ορχηστρικής μουσικής. Μού δόθηκε η ευκαιρία να πω μια ιστορία χωρίς λόγια. Να ξαναξεκινήσω την κινηματογραφική διαδικασία από την αρχή. Να ανακαλύψω πώς το σινεμά συνδυάζεται, ουσιαστικά κι όχι περιγραφικά, με άλλες τέχνες" έλεγε χθες ο Γιώργος Λάνθιμος για τη "Βληχή", τη νέα μικρού μήκους ταινία του, λίγες ώρες πριν την αποψινή πρεμιέρα της στη Λυρική Σκηνή. Στην κατάμεστη αίθουσα Σ. Νιάρχος της Λυρικής Σκηνής, ο οσκαρικός σκηνοθέτης, έχοντας πλάι του την επίσης οσκαρική Έμμα Στόουν, τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής Γιώργο Κουμεντάκη, που έντυσε μουσικά την ταινία, και τη διευθύντρια του ΝΕΟΝ Ελίνα Κουντούρη, αμέσως μετά τη δημοσιογραφική προβολή, μίλησε για τη "Βληχή", την επίσκεψη στην Ελλάδα, την έμπνευση αλλά και τη συνεργασία του με την πρωταγωνίστριά του.
"Δεν θεωρώ ότι επέστεψα στην Ελλάδα. Ούτε ότι κάποτε έφυγα" έσπευσε να διευκρινίσει. "Οι συνθήκες εδώ μου επέτρεπαν να φτάσω μέχρι ένα σημειο και από κει και πέρα για να συνεχίσω έπρεπε να δουλέψω στο εξωτερικό, κάτι που ούτως ή άλλως ήθελα. Εκεί βρήκα περισσότερα μέσα για να κάνω τη δουλειά μου".
Η μαγεία του ασπρόμαυρου
Αντιθέτως, για τη "Βληχή" επέστρεψε στις απαρχές της τέχνης του, στη μαγεία του ασπρόμαυρου και του βωβού, για να αφηγηθεί μια ιστορία έρωτα και θανάτου, απώλειας, επιβίωσης και συνύπαρξης. Με φόντο την αψάδα του τηνιακού τοπίου, με πρωταγωνιστές την Έμμα Στόουν και τον Νταμιάν Μποννάρ και σενάριο εξ ολοκλήρου δικό του, βρήκε "ενδιαφέρουσα" την πρόταση της Λυρικής και του ΝΕΟΝ να γυρίσει την ταινία του στο πλαίσιο του προγράμματος The Artist on the Composer, που διασυνδέει σύγχρονους καλλιτέχνες με την κλασική μουσική και την όπερα, προκαλώντας τη συνύπαρξη διαφορετικών τεχνών σε ενιαίο σύνολο. "Η πρόταση να γυρίσω τη 'Βληχή' στην Ελλαδα μου άρεσε εξ αρχής, μου είχε λείψει η Ελλάδα" έλεγε χθες προσθέτοντας ότι "έχει πλεονεκτήματα να δουλεύεις στο εξωτερικό, αλλά σου λείπουν πράγματα όπως το να δουλεύεις με ανθρώπους που ξέρεις, με πιο απλό τρόπο, πιο ουσιαστικά". Βρήκε επίσης πολύ ενδιαφέρον στο γεγονός ότι "υπήρχε ο περιορισμός του βωβού. Συχνά με τους συνεργάτες μου θέτουμε περιορισμούς, καθώς με τα πολλά μέσα μπορείς να χαθείς".
Ακόμα και ο τίτλος της ταινίας του, ειδικά επιλεγμένος είναι. "Βληχή" σημαίνει βέλασμα, είπε, εξηγώντας ότι "είναι ένας τίτλος που περιγράφει ήχο σε μια ταινία χωρίς ήχο. Αυτή η λέξη και ακούγεται αλλά και φαίνεται οπτικά ωραία". Δεν έκρυψε ότι επιρεάστηκε από την ταινία "Οι βοσκοί" του Νίκου Παπατάκη, η οποία, όπως είπε, "είναι μια ταινία που εκτιμώ", αλλά "κυρίως πήρα στοιχεία από το ντοκιμαντέρ του Τάκη Κανελλόπουλου 'Μακεδονικός γάμος', εμπνεύστηκα πολύ από τα έθιμα όπως τα παρουσιάζει. Κι εκεί βλέπεις στοιχεία όπως το μαχαίρι και ο χορός που υπάρχουν στη 'Βληχή'".

Μια άχρονη ιστορία
Διευκρίνισε ωστόσο ότι η "Βληχή" "δεν είναι μια ταινία εποχής". Ο στόχος, είπε, "ήταν να γυρίσουμε μια ταινία πέρα από χρόνο και τόπο. Η ιστορία να είναι άχρονη. Για παράδειγμα, τα κουστούμια είναι εμπνευσμένα από παραδοσιακές ενδυμασίες, αλλά είναι ραμμένα με σύγχρονα υλικά, έχουν μια σύγχρονη ερμηνεία. Το σπίτι είναι παλιό, όμως το αυτοκίνητο είναι σύγχρονο". Δεν έκρυψε όμως και τη σχέση του με την παράδοση. "Όσο μεγαλώνω με γοητεύει η παράδοση σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την παράδοση αλλά να την προσεγγίζουμε χωρίς διδακτισμό και να εμπνευστούμε απ' αυτήν μέσω της γοητείας που μας ασκεί".
Χαρακτήρισε τη συνεργασία του με τον Γιώργο Κουμεντάκη "άμεση, αν και παράλληλη". "'Οσο έγραφα την ιστορία, ο Γιώργος Κουμεντάκης μού έστελνε μουσικές, τις σκεφτόμασταν, τις συζητούσαμε". Υπογράμμισε ωστόσο ότι είναι "πολύ αυστηρός". "Θέλω η μουσική να μην περιγράφει τι βλέπεις, να μην υπογραμμίζει τι νιώθεις, να μην επαναδιατυπώνει την ιστορία της ταινίας. Αλλά να τη συμπληρώνει, ως τέχνη και ως γλώσσα". Σε ό,τι αφορά τη «Βληχή», "η μουσική δεν είναι ούτε περιγραφική ούτε υπογραμμιστική".
"Μεγάλο δώρο" χαρακτήρισε, από την πλευρά της, η Έμμα Στόουν την εμπειρία της στο νησί και τη συνεργασία της με τον Γιώργο Λάνθιμο. "Όταν κάθεται στην κάμερα ο Γιώργος, δεν ανησυχώ για τίποτα" είπε. "Είναι πολύ προσεχτικός, έχει εμμονή με τη λεπτομέρεια (και το λέω για καλό), δεν του ξεφεύγει τίποτα. Σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, ενώ ταυτόχρονα σπας τα όριά σου. Και θα σας μιλήσω ειλικρινά: ποιο θα ήταν το νόημα να συνεχίσω αυτή την ηλίθια δουλειά, αν δεν έβρισκα προκλητικούς ρόλους, όπως αυτούς που μου προσφέρει ο Γιώργος;". Εξαιτίας της καλής τους σχέσης άλλωστε η πρωταγωνίστρια δέχτηκε να συμμετάσχει αφιλοκερδώς στην ταινία. Ίσως γι' αυτό τους είδαμε προχθές το βράδυ μαζί, στο Καραϊσκάκη, να παρακολουθούν τον αγώνα του Ολυμπιακού με τη Μονακό.
Προσωπική χημεία με τη Στόουν
Όμως και ο Γιώργος Λάνθιμος δεν φείσθηκε καλών λόγων για την Έμμα Στόουν. "Είναι πολύ σπάνιο να βρίσκεις συνεργάτες που τα πας τόσο καλά. Πέρα από το ταλέντο, χρειάζεσαι και προσωπική χημεία" είπε και δεν έκρυψε ότι βρίσκει "υπέροχο" το γεγονός "στο πέρασμα των χρόνων να δημιουργείς σχέσεις με τους ηθοποιούς σου. Σχέσεις που εξελίσσονται και μεγαλώνουν μέσα στη δουλειά. Κάπως έτσι ξεκίνησε κι αυτή η σχέση με την Έμμα - εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια, μεγάλωσε και σήμερα βρισκόμαστε να γυρίζουμε και μια τρίτη ταινία μαζί".
Ο Γιώργος Κουμεντάκης υπογράμμισε ότι "στις μαυρόασπρες εικόνες της ταινίες είδα την ιστορία του κινηματογράφου μέσα από τη μοναδική κινηματογραφική προσωπικότητα του Λάνθιμου, με έναν απίστευτα σύγχρονο τρόπο. Ως άνθρωπος της μουσικής, αυτό που με εντυπωσίασε πάνω από όλα είναι ο τρόπος που αποκτά φωνή η ταινία, μέσα από τα μουσικά έργα που τη συνοδεύουν ζωντανά. Αυτή η συνύπαρξη των τεχνών προσφέρει μια νέα βιωματική εμπειρία για το κοινό και έναν νέο δρόμο για μας".