Ο εξηνταεννεάχρονος πλέον Γερμανός Stephan Micus είναι ένας άκρως ιδιαίτερος μουσικός. Αφουγκράζεται τον ήχο που υπάρχει γύρω μας στη φύση, ακόμα και στο σύμπαν, και τον μετατρέπει σε μουσική. Για τον σκοπό αυτό έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου για να ανακαλύψει και να μάθει να παίζει αναρίθμητα παραδοσιακά όργανα, ενώ έχει χρησιμοποιήσει ακόμα και υλικά που υπάρχουν στη φύση, όπως βότσαλα και πέτρες.
Αφορμή για τη συνομιλία μας μαζί του ήταν η τελευταία, εξαίρετη όπως πάντα, εργασία του «Winter’s End», που κυκλοφόρησε από την πλέον έγκριτη γερμανική αλλά και συνολικά ευρωπαϊκή jazz εταιρεία, την ECM, στην οποία δισκογραφεί από το 1977, καθώς συνδέεται με στενή φιλία με τον ιδρυτή και παραγωγό της, Manfred Eicher. Επεκτάθηκε όμως και στην επίδραση της πανδημίας στη δημιουργία, την τόσο προσωπική θεώρηση και προσέγγισή του στη μουσική πράξη αλλά και τη «μυστικιστική», όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος, σχέση που τον συνδέει με την Ελλάδα.
Το album κυκλοφόρησε στην αρχή του καλοκαιριού του δεύτερου χρόνου της πανδημίας. Μήπως λοιπόν ο τίτλος εξέφραζε μιαν ελπίδα που είχατε τότε για το τέλος της;
Για να είμαι ειλικρινής, όταν επέλεξα τον τίτλο δεν είχα στο μυαλό μου την πανδημία. Γενικότερα, οι τίτλοι των δίσκων μου δεν αναφέρονται σε θέματα της καθημερινότητας ή της επικαιρότητας. Αν όμως στην περίπτωση του «Winter’s End» κάποιοι/ες θέλουν να κάνουν αυτό τον συσχετισμό, δεν έχω πρόβλημα.
Ανεξάρτητα από αυτό, η πανδημία επέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο στο γράψιμο ή την ηχογράφηση του δίσκου;
Το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου είχε ήδη ηχογραφηθεί όταν ξέσπασε η πανδημία.
Είναι γεγονός πάντως ότι η πανδημία είχε μεγάλο και κακό αντίκτυπο στους καλλιτέχνες και τους ανθρώπους του πολιτισμού. Το Ευρωκοινοβούλιο συνέστησε σε όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να στηρίξουν τις τέχνες και τον πολιτισμό όσο περισσότερο μπορούσαν. Τι συνέβη σχετικά με αυτό στη χώρα σας και εσείς ο ίδιος, σαν Γερμανός μουσικός, είστε ικανοποιημένος από τα μέχρι τώρα αποτελέσματα;
Οφείλω να πω ότι δέχτηκα μια πολύ γενναιόδωρη οικονομική στήριξη από τη γερμανική κυβέρνηση. Είμαι ευγνώμων γι' αυτό, διαφορετικά θα ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσω όλη αυτή την περίοδο.
Παρά τον τίτλο του δίσκου, υπάρχει ένα κομμάτι που είναι ύμνος στον χειμώνα και άλλο ένα επίσης το οποίο είναι ύμνος στο φθινόπωρο. Δεν είναι λίγο παράξενο αυτό, δεν εμπεριέχει κάποιο αντίφαση;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει αντίφαση. Συνήθως αποφασίζω για τους τίτλους μετά το τέλος της ηχογράφησης και, για να είμαι ειλικρινής, δεν τους θεωρώ και τόσο σημαντικούς. Η μουσική για εμένα είναι κάτι το πολύ «αφηρημένο» και ασαφές και πάντα μού είναι πολύ δύσκολο να βάλω τίτλους σε μουσικά κομμάτια, γιατί το πιο υπέροχο πράγμα στη μουσική είναι πως είναι τόσο ανοιχτή και η φαντασία κάθε ακροατή και ακροάτριας είναι ελεύθερη να δημιουργήσει τους δικούς της συνειρμούς και συσχετισμούς γι’ αυτήν. Υπό μιαν έννοια, οι τίτλοι περιορίζουν αυτή την ελευθερία.
Αποδέχομαι όμως και το ότι για κάποιους ανθρώπους οι τίτλοι κάνουν πιο εύκολη την πρόσληψη της μουσικής. Γι’ αυτόν τον δίσκο προσπάθησα να επιλέξω τίτλους που όλοι μαζί αφηγούνται μια ιστορία. Στην περιοχή της Γερμανίας όπου μεγάλωσα δεν είναι σπάνιο το να χιονίσει ήδη από το φθινόπωρο και αυτό δεν είναι ερέθισμα μόνο για το αποδημητικά πουλιά αλλά και για τους ανθρώπους που έχουν το ένστικτο του νομάδα όπως εγώ να φύγουν για πιο ζεστούς τόπους, σε αυτή την περίπτωση την Αφρική. Στο τέλος υπάρχει ο «Ύμνος στον χειμώνα» γιατί, φυσικά, ακόμα και στην Αφρική υπάρχει ένα είδος χειμώνα..
Παρότι όμως είναι ένας δίσκος κατά κάποιο τρόπο επηρεασμένος από τον χειμώνα, για εμένα το ακρόαμά του είναι πιο «ζεστό» από προηγούμενούς σας, συμφωνείτε με αυτό;
Προφανώς ο δίσκος έχει πολλές επιρροές από την Αφρική και όχι μόνον επειδή το κύριο όργανο σε αυτόν είναι το τσικούλο, ένα είδος ξυλοφώνου από τη Μοζαμβίκη. Υπάρχουν επίσης αρκετά άλλα αφρικανικά όργανα και ίσως αυτό να προσδίδει στο ακρόαμα τη «ζεστασιά» που ανέφερες.

Φτάσατε αισίως στον εικοστό τέταρτο δίσκο σας δουλεύοντας πάντα μόνος. Η συνεργασία, ακόμα και η απλή αλληλεπίδραση με άλλους μουσικούς ως πηγή έμπνευσης, δεν σας ενδιέφερε ποτέ;
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για το γιατί κατά κανόνα εργάζομαι μόνος μου και πριν από όλα επειδή συμβαίνει να έχω το ταλέντο να παίζω πολλά όργανα και να μαθαίνω εύκολα να παίζω νέα. Αν, για παράδειγμα, έπαιζα μόνο φλάουτο, σίγουρα θα είχα πολύ περισσότερο την επιθυμία να παίξω μαζί με άλλους, απλά και μόνο για να διαπιστώσω πώς ακούγεται το φλάουτο μαζί με άλλα όργανα. Ένας άλλος λόγος είναι ότι για μεγάλα διαστήματα έχω ζήσει σε πολύ μακρινούς τόπους και επίσης μου αρέσει να κάνω μεγάλης διάρκειας ταξίδια σε περιοχές όπως η Αφρική και η Ασία και αυτό κάνει πολύ δύσκολο το να προγραμματιστεί και να οργανωθεί οποιαδήποτε συνεργασία. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, θέλω να έχω τη δυνατότητα να αφιερώνω όσο χρόνο είναι απαραίτητος στη δημιουργία της μουσικής. Μερικές φορές μπορεί να μου χρειαστούν τρεις μήνες για να δημιουργήσω ένα κομμάτι διάρκειας τεσσάρων λεπτών και δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί άλλοι μουσικοί που θα το άντεχαν αυτό.
Αισθάνεστε ότι συνεχίζετε όλες αυτές τις τοπικές μουσικές παραδόσεις ή ότι τις αξιοποιείτε για να δημιουργήσετε κάτι νέο και αναμφίβολα επίσης πρωτότυπο και απολύτως δικό σας;
Πιστεύω ότι το ένα δεν αποκλείει καθόλου το άλλο. Ας πάρουμε για παράδειγμα το τσικούλο, που προανέφερα. Με το να το παίζω, αυτόματα συνεχίζω κάπως τη μουσική παράδοση της Μοζαμβίκης. Από την άλλη όμως, παίζοντάς το με τον δικό μου τρόπο, ταυτόχρονα το βγάζω εκτός των ορίων αυτής της παράδοσης. Αντίστροφα, το παίξιμό μου μπορεί να εμπνεύσει τους μουσικούς αυτού του τόπου, καθώς ακούν νέες δυνατότητες αυτιού του οργάνου που γνωρίζουν τόσο καλά. Δεν θα είχε νόημα αν εγώ, ένας Γερμανός μουσικός, προσπαθούσα να παίξω όλα αυτά τα παραδοσιακά όργανα με τον τρόπου που παίζονται. Αυτό το αφήνω στους μουσικούς κάθε τόπου, που άλλωστε μπορούν να το κάνουν πολύ καλύτερα.
Θα λέγατε ότι ανήκετε περισσότερο στην jazz, στην world music ή και στις δύο μαζί;
Μου είναι δύσκολο να ταυτιστώ με τον όρο world music όπως χρησιμοποιείται σήμερα, γιατί νομίζω ότι προέρχεται από μια πολύ σοβινιστική ευρωπαϊκή οπτική γωνία. Ήταν πολύ διαφορετικό μερικές δεκαετίες πριν, όταν μουσικοί όπως ο Don Cherry ή οι Codona προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια μουσική επιμειξία πολλών διαφορετικών παραδόσεων και οργάνων από πολύ απομακρυσμένες περιοχές του κόσμου, η οποία να υπερέβαινε όλους τους γνωστούς διαχωρισμούς και στιλ. Δυστυχώς, σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τυπικά μουσικά ιδιώματα από διάφορους τόπους, κάτι που, κατά τη γνώμη μου, στερείται νοήματος. Με αυτή τη λογική, για κάποιον μη Ευρωπαίο ο Μπαχ και ο Μπετόβεν θα ήταν επίσης world music!
Ο τρόπος που χρησιμοποιείτε τη φωνή σας είναι πραγματικά μοναδικός. Την βλέπετε ως φωνή, μια εκδοχή τραγουδιού δηλαδή, ή είναι ένας ακόμα από τους ήχους που έχετε στη διάθεσή σας;
Το ότι χρησιμοποιώ στη μουσική μου μια φανταστική «γλώσσα» που έχω επινοήσει και συνδυάζει στοιχεία από πολλές άλλες (δύο δισκογραφικές εργασίες μου έχουν ελληνικούς τίτλους, μία ιαπωνικό και έχω επίσης μελοποιήσει δύο ποιήματα γραμμένα στην αγγλική γλώσσα) πραγματικά μου επιτρέπει να αντιμετωπίζω τη φωνή μου σαν ένα ακόμα όργανο.
Τι σας κάνει να θέλετε να μάθετε ένα ακόμα όργανο, ο ήχος του μόνο ή και ο τρόπος που παίζεται, ακόμα και το πόσο εύκολο ή δύσκολο φαίνεται να είναι αυτό;
Όλα τα όργανα που παίζω τα άκουσα κάποια στιγμή για πρώτη φορά, σε μια συναυλία ή από έναν δίσκο, και με σαγήνευσε τόσο ο «απόλυτος» ήχος τους ώστε ένιωσα την επιθυμία να πάω στη χώρα από την οποία προέρχονται και να μάθω εκεί το πώς παίζονται.
Έχετε κάνει όχι έναν αλλά δύο δίσκους άμεσα επηρεασμένους από την Ελλάδα, αν όχι με τη θεματολογία τους να σχετίζεται με αυτήν. Ποια είναι λοιπόν η σχέση σας με την Ελλάδα, την ιστορία της και ακόμα περισσότερο, φυσικά, με τη μουσική παράδοσή της και ειδικά με το Άγιο Όρος;
Η σχέση μου με την Ελλάδα ήταν πολύ ισχυρή, ειδικά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν είχα πραγματοποιήσει πολλές συναυλίες και είχα πολλούς φίλους εκεί. Στο πέρασμα του χρόνου, κάποιες από αυτές τις φιλίες έπαψαν να υφίστανται αλλά φαίνεται ότι σε πολλούς ανθρώπους στην Ελλάδα (όπως και στην Τουρκία) εξακολουθεί να αρέσει η μουσική μου. Μου φαίνεται απολύτως λογικό, γιατί και οι δύο αυτές χώρες στέκουν μεταξύ Ανατολής και Δύσης και σε μεγάλο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τη μουσική μου. Έχω μελετήσει κάποιες από τις ελληνικές τοπικές μουσικές παραδόσεις, ειδικά της Ηπείρου.
Όσον αφορά τώρα στο Άγιο Όρος, ήρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1972 μαζί με την τάξη μου από το σχολείο όταν, για να γιορτάσουμε τις απολυτήριες εξετάσεις μας, νοικιάσαμε ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στη Χαλκιδική. Τότε είδα για πρώτη φορά το Άγιο Όρος, από μία βάρκα, φυσικά, γιατί δεν επιτρεπόταν να μπω, αλλά αμέσως αισθάνθηκα κάτι σε αυτό τον τόπο να με ελκύει, μου φαινόταν τόσο μυστικιστικός. Αργότερα, τη δεκαετία του ’90, έγινα φίλος με έναν νεαρό μοναχό που του άρεσε η μουσική μου και με προσκάλεσε να φιλοξενηθώ στη μονή του δύο φορές. Έτσι ανέπτυξα μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη φύση του Αγίου Όρους.
Έχετε ήδη αρχίσει να εργάζεστε ή έστω να προετοιμάζετε τον επόμενο δίσκο σας;
Ναι, αυτόν τον καιρό εργάζομαι γι' αυτό και ελπίζω ότι ίσως θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο.
Θα περιμένουμε όπως πάντα με πολύ ενδιαφέρον τα νέα... «μαγικά» αυτού του «μύστη» της μουσικής και των ήχων.