Live τώρα    
Χρόνης Μπότσογλου / Χρόνης άχρονος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Χρόνης Μπότσογλου / Χρόνης άχρονος

Μπότσογλου
Ο Χρόνης Μπότσογλου με τον Γιάννη Ψυχοπαίδη

Αυτό το σκυλί «αλυχτά» από χτες

Το λένε θάνατο

μη φοβάσαι μικρή Λεμονιά, μη φοβάσαι

η μάνα μας στα σκαλοπάτια του σπιτιού

το ημερεύει στοργικά και περιμένει.

Χρόνης, 1985

 

Σ’ αυτό το μικρό ποίημα του Χρόνη, αυτή την τρυφερή, σπαρακτική μαρτυρία, αυτόν τον εφιάλτη της παιδικής ηλικίας είναι η μάνα του σπιτιού που ημερεύει το σκυλί που αλυχτά, είναι αυτή που περιμένει και προστατεύει τα μικρά παιδιά της από τη μοναξιά, τον φόβο και τη θλίψη.

Για να πάρει αυτή πάνω της τα βάσανα του κόσμου και ν’ αφήσει τα παιδιά της να ζητήσουν μόνα τους τις δικές τους εξορίες, τις υπαρξιακές αβεβαιότητες και τις αμφιβολίες μιας δύσκολης, βασανιστικής ενηλικίωσης.

Η αρχετυπική μορφή της μάνας, αυτό το πρωταρχικό κέντρο ενός κόσμου οδύνης, γίνεται εδώ, σε μια μακρά πορεία ζωής, η φυσική προέκταση του ίδιου του ζωγράφου. Στην εμμονική του, παθιασμένη αφιέρωση στο μητρικό γερασμένο σώμα ο ζωγράφος μάχεται να το κρατήσει στη ζωή και μαζί να γνωρίσει τον εαυτό του απαθανατίζοντας την αρχέγονη μητέρα, σβήνοντας και γράφοντας αυτό που έχει απέναντί του και μέσα του, αυτό που δεν ονομάζεται ούτε εικονογραφείται.

Σε παροξυσμό, καταστρέφοντας χαρτιά και υλικά, γδέρνοντας τις επιφάνειες, οδηγώντας τη γλώσσα της ύλης στα όριά της, με βίαιη χειρονομία σχεδιάζει το ανεξερεύνητο παλεύοντας να αξιωθεί να το στεριώσει στον άυλο χώρο της μνήμης.

Σε μια ατελείωτη μάχη δίχως τέλος απέναντι στην εικόνα που αντιστέκεται, απέναντι στην πρόγευση θανάτου του σώματος που υπομένει καρτερικά ακίνητο τη φθορά του, ο δημιουργός, ζητώντας ματαίως την αιωνιότητα, μάχεται να απεικονίσει το άυλο, το άφατο, το άπιαστο - όπως κάνει κάθε σπουδαία τέχνη.

Η μορφή της μάνας γίνεται με τη γλώσσα του πόνου ο βιωμένος χώρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Πέρα από την αναπαράσταση για τον ζωγράφο, είναι το πεδίο μιας οδυνηρής ελευθερίας αλλά και αυτογνωσίας, ένας διαρκής αγώνας -μέσα από ένα καταστροφικό, αυτοκαταστροφικό και λυτρωτικό εικαστικό λεξιλόγιο- ανάμεσα στην ελπίδα και τη ματαίωση.

Το σώμα της μάνας είναι και το σώμα του δημιουργού. Το σώμα, αυτή η πατρίδα της συγκίνησης, εκεί που ξεκινούν όλα τα ρευστά αισθήματα της αβεβαιότητας, της ανησυχίας και της ανασφάλειας, αλλά και του πάθους, της δημιουργίας, της δημιουργίας είτε ως συγκάλυψη είτε ως διαπόμπευση της ανθρώπινης αγωνίας. Αυτό πάλευε ο Χρόνης να τιθασεύσει.

Μέσα από τα ατελείωτα σώματα των ατάκτων, τα ατελείωτα σώματα του εαυτού, τα σώματα της μάνας, τα σώματα του έρωτα, των φίλων, τα σώματα-μνήμες των νεκρών, τα σώματα των γυμνών ελαιοτριβείων στη Λέσβο, τα σώματα των λόφων και του βουνού στο Πετρί, ο Χρόνης ζήταγε να συμφιλιωθεί -όπως κάθε σπουδαίος δημιουργός- με την ψυχή και το κορμί που του έλαχε και ζούσε.

Να συμφιλιωθεί με τη σωματική υπόσταση του κόσμου μέσα του και γύρω του, με τον ορατό και αόρατο κόσμο που ποθούσε διακαώς να ερμηνεύει και να εκφράσει. Μέσα από τα πάθη της ύλης, μέσα από τις χαρακιές και τα σπαράγματα της τέχνης του μιλάει για τις υπαρξιακές αγωνίες και πληγές του απέναντι και μέσα στον αποξενωμένο κόσμο που έχουν εξοριστεί να ζήσουν αυτός και κάθε ευαίσθητη και αθώα ύπαρξη σαν αυτόν, υπάρξεις ανθρώπων διαποτισμένες και σημαδεμένες από μια ανελέητη πνευματική νεότητα.

Η τέχνη του Χρόνη μιλάει για μια συγκίνηση που πάει να κρυφτεί για να μην γίνει γλυκερή, για έναν σπαραγμό που ο ήχος του ακούγεται μόνο στη μοναξιά για τις οδυνηρές κατακτήσεις και τις παλινδρομήσεις στο κενό, για τους κρυφούς καημούς και τα σημάδια του έρωτα, για τα χρέη του σ’ αυτούς που προηγήθηκαν και σ’ αυτούς που θα ακολουθήσουν. Για το στοίχημα της ζωής και της τέχνης που χάνεται και ξανακερδίζεται κάθε στιγμή.

Όμως μέσα στο μαύρο του πένθους ή το λευκό ενός άλλου πένθους, μέσα στο γκρίζο της ανησυχίας, μέσα στο μολυβί μιας νέκυιας, μια παθιασμένη δύναμη διαπερνά το ζωγραφικό και ανθρώπινο σύμπαν του Χρόνη και πάει να ξορκίσει αυτό που φαίνεται ανεκπλήρωτο.

Είναι κάτι που διαστέλλει τις αισθήσεις, κάνει τον κόσμο αληθινό και απτό, μια δύναμη που κάνει το τιποτένιο και ασήμαντο να γίνεται πολύτιμο. Είναι το φανερό μυστικό του, η ζωή να μην γίνεται συνήθεια και ο κόσμος να μην χορταίνεται.  Όλα είναι αναστρέψιμα και ανοιχτά. Μην αντέχοντας την αποστέρηση της ζωής από τα πράγματα, δίνει σε όλα γύρω του το νόημα που τους λείπει.

Ο Χρόνης αναζητούσε πάντα να μοιραστεί με όλους εμάς, που αγαπούσε και τον αγαπήσαμε, τη βαθιά γνώση ενός χαμένου παλιού υλικού του βίου, τη θεμελιακή χειρονομία μιας ανθεκτικής ζωής, μαζί προσωπικής και κοινόχρηστης.

Και μέσα στην καταχνιά της ζωής μας σε οπισθοχώρηση, μέσα στη σύγχρονη θλίψη ενός κόσμου που μας διώχνει και μας πλάθει, ο Χρόνης αξιώθηκε να μας αφήσει ακριβή παρακαταθήκη τη λαμπερή, πολύτιμη πλακέτα του και τους θαυμαστούς ήχους των χρωμάτων της δικής του ίριδας.

Το πράσινο της ελπίδας, το γαλάζιο της πίστης, το κόκκινο της αγάπης, το κίτρινο της ζήλιας, το μπλε βαθύ της μήτρας, το ηλιόλουστο κίτρινο του πρωινού.

Γράφει ο Σεφέρης:

Κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις

το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων

γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί

μέσα στις φλέβες του ανθρώπου.

Στις οχτώ γωνιές των ανέμων, στα σταυροδρόμια της ζωής, στα μονοπάτια της τέχνης του έσπειρε ο Χρόνης με γενναιοδωρία το αίμα του θέλοντας να μιλήσει κι αυτός απλά, να του δοθεί αυτή η χάρη, γιατί η «η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».

Ψηλαφώντας τις δικές μας φλέβες, ανοίγει η καρδιά μας και ανασαίνουμε μαζί του τις γεύσεις, τις μυρουδιές, τους ήχους των χρωμάτων και τη ζωντανή αφή ενός πραγματικού, θαυμαστού κόσμου της τέχνης του, φτιαγμένης από χώμα, ουρανό και όνειρο.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0