Το πάσχον σώμα του θεάτρου, με τη βαθιά πληγή που κακοφόρμισε και εκλύει το δυσώδες περιεχόμενο ενός αποστήματος βίας, κακοποίησης, σεξισμού, συγκάλυψης και ανοχής, ξεσηκώνει, ταράζει και οργίζει το τελευταίο διάστημα την καλλιτεχνική κοινότητα. Που δείχνει να αναζητά τρόπους θεραπευτικής αποβολής και ίασης του πυώδους τραύματος. Μεγάλη ώρα και κομβική στιγμή για το παρόν και κυρίως το μέλλον μιας τέχνης και των ανθρώπων της που έχει ιστορικά επιβιώσει καταστροφών και συρράξεων. Ώρα γενναίων μαρτυριών και θαρραλέων ομολογιών, που ανοίγουν τον δρόμο σε ένα φωτεινό μέλλον, χωρίς ενοχές και παθογένειες, μέσα σε ένα ασφαλές πλαίσιο δομών και φορέων. Αλλά και ώρα αναλογισμών, ίσως και ανάληψης προσωπικών ευθυνών, για στάσεις και νοοτροπίες σιωπής, συγκάλυψης και αδιαφορίας χρόνων για τον καθένα ξεχωριστά.
Με έγνοια και φροντίδα για όλους τους νέους με το άδηλο μέλλον, τη σκληρή καθημερινότητα και τα συμπιεσμένα όνειρα, που φοιτούν σε δραματικές σχολές, τρεις άνθρωποι του θεάτρου και ταυτόχρονα δάσκαλοι της τέχνης τους, ο Πέρης Μιχαηλίδης, η Κάτια Γέρου και ο Θοδωρής Αμπαζής, εκφράζουν, μιλώντας στην ΑΥΓΗ, την αγωνία τους για το μέλλον των νεαρών ομοτέχνων, ορθώνοντας με τη διδαχή και τη στάση τους τείχος σε μια διαγραφόμενη δυστοπία. Αποτρέποντας αυτό το μέλλον να μετατραπεί σε κάτι δυσοίωνο, δίνουν τη μάχη για την εμψύχωση των μαθητών τους, μια υπεράνθρωπη προσπάθεια που δυναμιτίζεται από την ανοίκεια συνθήκη της τηλεκπαίδευσης.

Πέρης Μιχαηλίδης: «Από τις σχολές ξεκινά η αρρώστια»
«Τα όνειρα των παιδιών συντηρούνται κάτω από πρωτόγονες συνθήκες. Τη στιγμή που η πραγματικότητα δίπλα τους είναι εξαιρετικά ζοφερή, με διάφορους θεατράνθρωπους να αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, κι ενώ παρακολουθούμε την αποκαθήλωση του image που έντεχνα οι ίδιοι είχαν καλλιεργήσει», αναφέρει ο Πέρης Μιχαηλίδης και δεν διστάζει να αποκαλύψει πως «στις σχολές ξεκινάει η αρρώστια. Εκεί θα πρέπει να αναζητηθεί και να καταγγελθεί ο ρόλος του δασκάλου ‘αφέντη’ που καλλιεργεί τον ανταγωνισμό, τη δειλία, τον παραγοντισμό, την προσήλωση στην παθητικότητα, στο όνομα της ψυχαναγκαστικής ιδεολογίας, ότι το θέατρο θέλει γερό στομάχι. Ή ότι ο δάσκαλος, ως αντιπρόσωπος του θεού επί της γης, έχει το απόλυτο δικαίωμα να ισοπεδώνει τραυματίζοντας τις ψυχές των παιδιών με λεκτικές ή άλλες κακοποιήσεις που καλύπτουν συμπλέγματα του ίδιου στο όνομα του θεάτρου. Είναι λυπηρό να γεμίζουν οι προθάλαμοι των ψυχαναλυτών από ηθοποιούς, επειδή κάποιοι μπήκαν στο επάγγελμα με απωθημένα εξουσίας», υπογραμμίζει.
Σχολιάζοντας τις πρόσφατες «καταγγελίες των γενναίων συναδέλφων ηθοποιών και των μαθητών που πολύ σωστά δεν κάθισαν ‘φρόνιμα’”, εξηγεί πως είναι αυτές που «έχουν τραβήξει για πάντα μια διαχωριστική γραμμή κι έστειλαν ένα μήνυμα ότι το θέατρο δεν είναι στρατός ούτε χώρος για κάτι συμπλεγματικό που μπορεί να προβάλει κάθε είδους απωθημένα. Τις εποχές με τα ιπτάμενα τασάκια, τις χειροδικίες, τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις και άλλες ευφάνταστες αηδίες, ‘για να βγει ο ρόλος’, μπορούν να τις φαντασιώνονται οι διάφοροι θεματοφύλακες μιας παρωχημένης εποχής. Αλλά αυτές δεν αφορούν καθόλου την εκπαίδευση και το επάγγελμα του ηθοποιού. Είναι νοοτροπίες βαθιά συμπλεγματικών ανθρώπων με φασίζουσα νοοτροπία. Το θέατρο είναι καταφύγιο ταλαντούχων, ευαίσθητων ψυχών, πολλές φορές με ρημαγμένες ζωές και αισθήματα. Που χρειάζονται αγάπη και εμπιστοσύνη για να μπορέσουν να υπάρξουν».
Ο Πέρης Μιχαηλίδης επιμένει πως πλέον «κανένας δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του. Το θέατρο είναι χαρά, έμπνευση, μαγεία, δημιουργία. Και θα επιζήσει χωρίς όλους αυτούς που προβάλλουν σε εκείνο τον διαστροφικό, ναρκισσιστικό και εντέλει εξουσιαστικό εαυτό τους».
Με πλοηγό την πείρα του, παρατηρεί πως τα παιδιά αυτό το διάστημα είναι εξαιρετικά μπλοκαρισμένα, καθώς καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες πανδημίας, περιοριστικών μέτρων και επιβολής lockdown, μέσα από οθόνες υπολογιστών και zoom, που υποκαθιστούν μαθήματα μιας τέχνης όπου η επαφή είναι η κινητήρια και καθοριστική δύναμη. «Αυτή τη στιγμή, η διδασκαλία δίνει μια μάχη με κυρίαρχο σκοπό την εμψύχωση των μαθητών που βρίσκονται αντιμέτωποι με τη βαθιά αντιθεατρική συνθήκη, να είναι αναγκασμένοι να παρακολουθούν μαθήματα μέσα από την οθόνη, ενώ το αντικείμενο της σπουδής τους είναι η πράξη και η επαφή. Το αποτέλεσμα μέχρι τώρα είναι μια υπεράνθρωπη προσπάθεια των δασκάλων, στη σχολή που διδάσκω τουλάχιστον, και η θαυμαστή υπομονή και αφοσίωση των παιδιών να κάνουν μάθημα μέσα από κουζίνες, υπνοδωμάτια, χωλ, επιστρατεύοντας τη φαντασία τους στη μεταμφίεση με διάφορα αντικείμενα, ρούχα και φωτισμούς. Αισθάνομαι μια βαθιά συγκίνηση και είμαι απολύτως μαζί τους σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία. Τι σκληρή επιθετικά κριτική να κάνεις σε ένα παιδί όταν κολλάει η εικόνα ή τους πετάει έξω το Ίντερνετ; Μόνο κατανόηση μπορείς να έχεις και βαθιά ενσυναίσθηση».

Κάτια Γέρου: «Το φωτάκι του θεάτρου δεν έχει σχέση με τον προβολέα του θεάματος»
«Δεν είναι αυτό το θέατρο. Δεν είναι τα κακώς κείμενα. Όλο αυτό που ζούμε τελευταία είναι ένα κομμάτι», υποστηρίζει η Κάτια Γέρου επαναφέροντας τη συζήτηση στα πραγματικά προβλήματα που ταλανίζουν τη νέα γενιά των σπουδαστών των σχολών τέχνης, με κυρίαρχο την αγορά εργασίας.
«Τα παιδιά τα αφορά αυτή τη στιγμή το ότι κάνουν διαδικτυακή εκπαίδευση που είναι κόντρα στη σωματική επαφή και την ανταλλαγή και κυρίως το ότι θα μπουν σε μια αγορά εργασίας με ακόμα πιο καμένη γη από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια. Με τις μικρές μου δυνάμεις νιώθω ότι προς αυτές τις κατευθύνσεις πρέπει να τα εμπνέω. Έτσι ώστε να αποκτήσουν στέρεη εκπαίδευση, να ονειρευτούν και να υλοποιήσουν πράγματα. Τότε θα δυσκολευτεί κάποιος να τους στραπατσάρει. Επιμένω στο ότι τα χρόνια που έρχονται, αφιλόξενα και προβληματικά, χρόνια αλλαγών, μπορούμε να εντάξουμε την αυτοσχεδιαστική μας ικανότητα, τη φαντασία και την εξυπνάδα μας. Επιμένω να κάνουν κολεγιές και να εργαστούν πάνω σε αυτό που σπουδάσανε», τονίζει η Κ. Γέρου και την ίδια ώρα αναπτύσσει τη σκέψη της για το πώς μπορεί να επιβιώσει «το άγιο επάγγελμα του θεάτρου». Δίνοντας αυτόματα την απάντηση πως επιβιώνει «όταν στέκεσαι ως πολίτης κάτω από ένα φωτάκι που δεν έχει καμία σχέση με τον λαμπερό κόσμο του θεάματος ή της show biz και λες πράγματα που αφορούν τους συγχρόνους σου. Όταν συμμετέχεις σε μια κοινή συζήτηση. Η απάντηση στους μαθητές μου είναι 'γίνετε πολυσουγιάδες, πολυεργαλεία, μάθετε την τέχνη σας και στήστε τα μαγαζάκια με τα όνειρά σας δημιουργώντας από την αρχή. Ενωθείτε σε μικρές ομάδες και μιλήστε γι' αυτά τα πράγματα που βλέπετε και σας πληγώνουν, σας τρομάζουν, σας αναστατώνουν. Μιλήστε ως καλλιτέχνες. Ο καλλιτέχνης είναι σαμάνος, θεραπευτής, δεν είναι μόνο διασκεδαστής. Ζητούμενο πλέον είναι το hit and run, οι ακτιβιστικές κολεκτίβες, που διαπνέονται από έναν αέρα ελευθερίας, νεανικότητας, διεκδίκησης, αναρχίας, με την έννοια ότι αμφισβητώ πράγματα που ταλαιπωρούν τους ανθρώπους'».

Θοδωρής Αμπαζής: «Το πρόβλημα είναι όταν ορίζουμε κάποιους ανθρώπους ως μέτρο»
Με το σώμα ενός ανθρώπου που νοσεί και ο ενδεδειγμένος δρόμος είναι το χειρουργείο παρομοιάζει την παρούσα συνθήκη των καταγγελιών κακοποίησης ο Θοδωρής Αμπαζής. «Όταν έχουμε μια κακοήθεια στο σώμα μας, αναγκαστικά πρέπει να κάνουμε χειρουργείο. Είναι κάτι επίπονο. Αλλά μόνο έτσι μπορούμε να σταθούμε ξανά όρθιοι. Έτσι είναι και η αυτή η περίοδος που βρισκόμαστε. Αυτό λέω και στους μαθητές μου που με ρωτάνε».
Επιμένει μάλιστα πως «το πρόβλημα είναι όταν ορίζουμε κάποιους ανθρώπους ως μέτρο. Και όταν αυτοί αποδεικνύονται ότι έχουν κρυμμένο ένα πολύ σκοτεινό κομμάτι. Το τραγικό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Εθνικό Θέατρο έχει να κάνει με το μέτρο που ορίζει η Πολιτεία. Όταν η πυξίδα αποδειχθεί χαλασμένη, αυτό έχει πολλές επιπτώσεις και μεγάλη ευθύνη για αυτόν που όρισε ότι είναι αυτή η πυξίδα σου», υπογραμμίζει.
Αναφερόμενος στα τελευταία γεγονότα, σημειώνει πως «αυτό που πλήττεται δεν είναι το θέατρο, αλλά η κοινότητα των ανθρώπων που δουλεύουν σε αυτό, το κύρος τους. Όλοι είμαστε εν δυνάμει ύποπτοι. Και πρέπει να συμβεί αυτή η διαδικασία, όπως ένα χειρουργείο που θα αφαιρέσει όλες τις κακοήθειες σε ένα σώμα για να βγούμε υγιείς την επόμενη μέρα. Η επούλωση του τραύματος θα πάρει ένα διάστημα. Σε αυτό, όπως στα νοσοκομεία, χρειάζεται ειδική μεταχείριση, έτσι πρέπει να συνεχίσουμε να τροφοδοτούμε τους μαθητές μας με την πίστη και την έμπνευση που χρειάζεται σε αυτούς τους πολύ δύσκολους και αντίξοους καιρούς. Διδάσκω τους μαθητές μου το πώς θα κάνουν τον συμπαίκτη τους καλύτερο ηθοποιό. Με τον απαραίτητο σεβασμό, πνευματική και ψυχική ανοιχτωσιά και λειαίνοντας το εγώ μας, τη θέση μας, ειδικά όταν έχει να κάνει με εξουσιαστή και εξουσιαζόμενο.
Ο άνθρωπος που κατέχει τη γνώση κι εκείνος που τη ζητάει δεν έχουν μια ισότιμη σχέση. Κι αυτό είναι κάτι που πιστεύει εκείνος που αποζητά τη γνώση. Εκεί είναι που χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή από εμάς που διδάσκουμε. Και να θυμόμαστε πάντα ποιος είναι ο λόγος που ασχολούμαστε με την τέχνη. Έτσι θα βρεθούμε στη ρίζα της έμπνευσης που μας έκανε να ασχοληθούμε με αυτήν. Κι εκεί δεν χωράει ούτε βία, ούτε εκμετάλλευση, ούτε κακοποίηση. Γιατί αυτό που μας ώθησε ήταν κάτι πολύ δυνατό και όμορφο», καταλήγει.