Της Αλεξάνδρας Ροζοκόκη*
Δύο χιλιάδες χρόνια προτού οι Έλληνες χρησιμοποιήσουν το αλφάβητο, οι Αιγύπτιοι και οι λαοί της Μεσοποταμίας είχαν ήδη καταγράψει τη λογοτεχνία τους (θρησκευτική και κοσμική)· οι Αιγύπτιοι σε παπύρινους κυλίνδρους, οι Μεσοποτάμιοι σε πήλινες πινακίδες. Βεβαίως, η γραφή ήταν γνωστή στον ελλαδικό χώρο από τα τέλη του 19ου αι. π.Χ. (Γραμμική Α). Όμως, τόσο η Γραμμική Α όσο και η Β (15ος αι. π.Χ.) χρησιμοποιούνταν κυρίως για κείμενα γραφειοκρατικής φύσεως (καταγραφή περιουσιακών στοιχείων, απλές εντολές κ.λπ.). Η ελληνική λογοτεχνία αποτυπώνεται για πρώτη φορά με το αλφάβητο, το οποίο τίθεται σε ισχύ κατά τον 8ο αι. π.Χ. Σίγουρα, πριν από τα βιβλία και τους αναγνώστες υπήρχαν στην Ελλάδα οι ποιητές και τ’ ακροατήρια· όμως, τα λογής - λογής άσματα παραδίδονταν προφορικά από γενιά σε γενιά. Παρ’ όλ’ αυτά, το ησιόδειο έργο δείχνει ότι έχει καταγραφεί όσο ακόμη ζούσε ο δημιουργός του (γύρω στο 700 π.Χ.). Επιπλέον, θεωρείται βέβαιο ότι οι ιαμβικοί, ελεγειακοί και λυρικοί ποιητές έγραφαν τα ποιήματά τους (Αρχίλοχος, Σαπφώ, Αλκαίος κ.λπ). Γνωρίζουμε ότι ο Ηρόδοτος διάβασε το έργο του μπροστά σε αθηναϊκό κοινό, ενώ οι φιλοσοφικές και ρητορικές πραγματείες των σοφιστών κυκλοφορούσαν γραπτώς. Το στριφνό ύφος του Θουκυδίδη καθιστούσε την Ιστορία του κατάλληλη περισσότερο για ανάγνωση παρά για ακρόαση.
Τον πέμπτο αιώνα λειτουργούσαν σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στην Αθήνα, τη Μυκαλησσό, τη Χίο, την Αστυπάλαια. Σε ερυθρόμορφα αγγεία αυτής της εποχής απεικονίζονται σκηνές σχολείου με παιδιά ή ενήλικες που μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή. Λέγεται ότι κάποτε ο Αλκιβιάδης ξυλοκόπησε έναν δάσκαλο επειδή δεν διέθετε κανένα αντίτυπο των ομηρικών επών· αντιθέτως, επαίνεσε κάποιον άλλο επειδή του προσέφερε ένα καλοδιορθωμένο αντίτυπο του Ομήρου. Τα βιβλία κατασκευάζονταν συνήθως από πάπυρο ή ξύλο και είχαν τη μορφή κυλίνδρου ή δέλτου ('σχολικής πλάκας'). Από τον 2ο αι. μ.Χ. έκανε την εμφάνισή του ο κώδικας, δηλ. το νεότερο σχήμα βιβλίου, φτιαγμένος κυρίως από περγαμηνή (= δέρμα ζώου). Το κείμενο ήταν γραμμένο πάντοτε με κεφαλαία γράμματα· οι λέξεις δεν χωρίζονταν μεταξύ τους ούτε υπήρχε τονισμός και στίξη.
Σκηνές από αρχαίο σχολείο: Στην πρώτη ο δάσκαλος κρατά ένα δίπτυχο, στη δεύτερη παπύρινο κύλινδρο, κύλικα του Δούριδος, 5ος αι. π.Χ.
Οι παραστάσεις τραγωδιών και κωμωδιών κέντριζαν τη ζήτηση για βιβλία καθώς δεν μπορούσαν όλοι να τις παρακολουθήσουν (π.χ. οι Έλληνες των αποικιών). Στην αθηναϊκή αγορά, ανάμεσα σε πάγκους με σκόρδα, λιβάνι κι αρώματα, πωλούνταν βιβλία. Γνωστός κάτοχος βιβλιοθήκης ήταν ο τραγικός Ευριπίδης. Στον Ερεχθέα του παρουσιάζει κάποιον στρατιώτη να λαχταρά την ειρήνη για να επιστρέψει στη μελέτη. Ύστερα από τη δίωξη του Πρωταγόρα ως άθεου, βγήκε κήρυκας να διαλαλήσει ότι κάθε κάτοχος βιβλίου τού συγκεκριμένου σοφιστή όφειλε να το καταθέσει στην αθηναϊκή αγορά· εκεί αφού συγκεντρώθηκαν τα βιβλία του Πρωταγόρα, κάηκαν. Αντίγραφα των διαλόγων του Πλάτωνα πουλιόντουσαν στη Σικελία· η Ακαδημία του διέθετε βιβλιοθήκη όπως και το Λύκειο του Αριστοτέλη. Οι ρητορικοί λόγοι του Ισοκράτη κυκλοφορούσαν σε ποσότητες, μολονότι ο ίδιος επιθύμησε κάποια στιγμή ν’ αποσύρει μερικούς δικανικούς λόγους της πρώιμης σταδιοδρομίας του, αλλά χωρίς να το καταφέρει. Έτσι, μετά θάνατον αναγκάστηκε ο γιος του ρήτορα να ισχυριστεί ότι ουδέποτε ο πατέρας του τούς έγραψε.
Στα μεγάλα κέντρα της ελληνιστικής εποχής (Αλεξάνδρεια, Πέργαμος, Αντιόχεια), αλλά και στην Κω, τη Ρόδο, την Αθήνα υπήρχαν συγκροτημένες βιβλιοθήκες (ακαδημαϊκές και γυμνασιακές). Η οικουμενική βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας αριθμούσε σχεδόν 500.000 παπύρινους κυλίνδρους· απ’ αυτούς οι 400.000 περιείχαν περισσότερα του ενός έργα. Το βιβλιεμπόριο ήταν έντονο· στ’ αυτοκρατορικά χρόνια η Ρώμη αποτελούσε μεγάλο κέντρο εμπορίου ελληνικών βιβλίων. Από την αγορά δεν έλειπαν τα κίβδηλα ή ψευδεπίγραφα συγγράμματα (π.χ. επειδή ο Πλάτων ήταν προσφιλής, κυκλοφορούσαν με τ’ όνομά του περισσότεροι διάλογοι απ’ όσους είχε ο ίδιος γράψει). Κάποιοι ειδικεύονταν στις απομιμήσεις· ο Δίων Χρυσόστομος περιγράφει μια διαδικασία κατά την οποία σε κιούπια με δημητριακά έθαβαν κυλίνδρους πρόσφατα γραμμένους, για να δείχνουν παλιοί. Άλλοι οικειοποιούνταν ξένα συγγράμματα ή τα δημοσίευαν χωρίς την έγκριση του συγγραφέα: έτσι, ο Γαληνός λέει με θλίψη ότι οι σημειώσεις που έδωσε σε μαθητές του για να τους βοηθήσει κυκλοφορούσαν αλλοιωμένες στο εμπόριο, ενώ ο Λουκιανός κατηγορεί έναν αντίπαλό του επειδή πλαστογράφησε το εγχειρίδιο του Τεισία για τη ρητορική και το πουλούσε σ’ εξωφρενική τιμή. Για την αναπαραγωγή ενός βιβλίου φρόντιζαν επαγγελματίες τεχνίτες, οι αντιγραφείς· πολλοί απ’ αυτούς ήταν δούλοι. Η εικονογράφηση ανέβαζε την τιμή. Τα πολυτελή βιβλία αγοράζονταν περισσότερο για επίδειξη παρά για μελέτη. Στον Απαίδευτο ο Λουκιανός κοροϊδεύει κάποιον πλούσιο, αγράμματο συλλέκτη ακριβών παπύρινων κυλίνδρων με πορφυρό περιτύλιγμα κι επίχρυσο ομφαλό.
Οι πήλινες πινακίδες, τα δίπτυχα, οι κύλινδροι και οι κώδικες φυλάσσονταν σε πίθους, πανέρια, κιβώτια ή ξύλινα εντοιχισμένα ερμάρια. Η φθορά του χρόνου, η φωτιά, η υγρασία, οι λεηλασίες από πολέμους και θρησκευτικές έριδες αφάνισαν ό,τι μ’ επιμέλεια είχε αποθησαυρισθεί στις μεγάλες βιβλιοθήκες. Ελάχιστα έφτασαν σε μάς· αρκετά όμως για να δείξουν το μέγεθος της σκέψης που άγγιξαν οι πρόγονοί μας.
* Η Αλεξάνδρα Ροζοκόκη είναι διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών