Στην πατρική γη της Νέας Κίου στην Αργολίδα θα αναπαύεται ο συγγραφέας Στρατής Χαβιαράς, που πέθανε χθες σε ηλικία 85 ετών μετά από μακρά νοσηλεία.
Με μικρασιατική καταγωγή, ο Χαβιαράς έζησε από νωρίς τη φρίκη και τις διώξεις του πολέμου, βλέποντας την εκτέλεση του πατέρα του, λόγω της αντιστασιακής του δράσης, από τους Γερμανούς κατακτητές και τον εγκλεισμό της μητέρας του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των ναζί.
Με ανεπτυγμένη φαντασία, διάθεση γνώσης και ταλέντο που φάνηκε από νωρίς, έγραψε τα πρώτα του κείμενα ήδη από έφηβος. Ωστόσο χρειάστηκε να μπει στη βιοπάλη από παιδί για να μπορέσει να ζήσει.
Καθοριστική στιγμή στη σχέση και την εξέλιξή του με τη γραφή και τη λογοτεχνία υπήρξε η γνωριμία του με τον φιλόλογο και μεταφραστή του έργου του Καζαντζάκη στα αγγλικά Κίμωνα Φράιερ, με τον οποίο και συνεργάστηκαν για μεγάλο διάστημα στις ΗΠΑ. Ο Φράιερ υπήρξε ο συνδετικός κρίκος του Χαβιαρά με σημαντικούς Αμερικανούς λογοτέχνες. Στην Αμερική ο Χαβιαράς έγραφε και δούλευε τα βράδια ως σερβιτόρος, όπως ο ίδιος είχε αφηγηθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό oanagnostis.gr: «Για να καλύπτω μερικά από τα έξοδά μου, άρχισα να δουλεύω βραδινές ώρες στην ‘Ταβέρνα’ του Ελληνοαμερικανού Gus Anthos, προέδρου τής εκεί ελληνορθόδοξης μειονότητας με την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και τις πολιτισμικές της δραστηριότητες. (...) Ανάμεσα στους τακτικούς πελάτες που έπιναν μέχρι να κλείσει το μαγαζί, ήταν ο κύριος και η κυρία Stephens, οι οποίοι παρά τα 80 τους πέταγαν σπίθες πάνω στην μπάρα tap dancing, ένας τυφλός ψυχίατρος που μας αφηγούνταν τις ατιμίες των πελατών του, μια μεσήλικη μπεκρού που μιλούσε μόνο στο άδειο ποτήρι της, ένας μικροεπιχειρηματίας που έβριζε με τη βαριά προφορά του Νότου, ο νεαρός συγγραφέας και τραγουδοποιός Dick Farinã που με γνώρισε στον μέγα Bill Faulkner και, τέλος, ο John Pinkham, ένας μοναχικός, χαμηλών τόνων πενηντάρης που έδειχνε γνήσιο ενδιαφέρον για το γράψιμο μου(...)».
Υπηρέτησε τη λογοτεχνία με πάθος, τόσο από τις διάφορες θέσεις που κατείχε στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, από το οποίο και συνταξιοδοτήθηκε, όσο και ως εκδότης λογοτεχνικών περιοδικών, καθηγητής και συντονιστής εργαστηρίων δημιουργικής γραφής.
Το μυθιστόρημά του «Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα» τον κατέταξε ανάμεσα στους καλύτερους συγγραφείς των ΗΠΑ και εντάχθηκε στη βραχεία λίστα των καλύτερων βιβλίων του 1979 για το Εθνικό Βραβείο καλύτερου πρώτου μυθιστορήματος. Ακολούθησε, το 1984, το βιβλίο του «Τα ηρωικά χρόνια», το οποίο προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα δημιούργησε τα εργαστήρια τέχνης του γραπτού λόγου στο ΕΚΕΜΕΛ και το ΕΚΕΒΙ, ενώ τα τελευταία χρόνια συντόνιζε εργαστήρια της τέχνης του πεζού λόγου στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου Harvard, στο Ναύπλιο.
Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων, ενεργό μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και μέλος της ιδρυτικής ομάδας και του Δ.Σ. του περιοδικού “Ο Αναγνώστης”.
«Άνθρωπος των υπερβάσεων και των ανατροπών, πάντα αισιόδοξος, ο Στρατής Χαβιαράς δίδαξε με αφοσίωση τη μεθοδολογία και το ήθος της συγγραφής», ανέφερε μεταξύ άλλων στο συλλυπητήριο μήνυμά της η υπουργός Πολιτισμού.