Μια από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες εκθέσεις διεθνώς και η τελευταία που σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον Takis πριν πεθάνει, παρουσιάζεται στις 20 Μαΐου στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.
Η έκθεση «Takis. Γλύπτης του μαγνητισμού, του φωτός και του ήχου», που πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Tate Modern, συγκεντρώνει μια επιλογή από έργα του μεγάλου γλύπτη από το 1950 μέχρι τις αρχές του 2000, μεταξύ των οποίων την εγκατάσταση “Μαγνητικών Πεδίων” του 1969, η οποία έχει εκτεθεί ελάχιστα στο παρελθόν, μουσικές συσκευές που παράγουν συντονισμένους και τυχαίους ήχους καθώς και «δάση» των χαρακτηριστικών “Σινιάλων” του. Εστιάζει στα επαναλαμβανόμενα θέματα που συναντάμε σε όλο το έργο του Takis, όπως μέταλλο και μαγνητισμός, φως και σκοτάδι, ήχος και σιωπή.
Με έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα, η παρουσίαση του έργου τού Takis στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο καλλιτέχνης θεωρούσε την αρχαία γλυπτική και ιδιαίτερα τα κυκλαδικά ειδώλια διαρκή πηγή έμπνευσης. Μάλιστα στην πρώιμη γλυπτική του είναι εμφανής η άμεση επιρροή των αρχαίων κυκλαδικών αντικειμένων καθώς και των σύγχρονων γλυπτών του Τζακομέτι, του Καλντέρ και του Πικάσο. Τα “Signals”, τα πρωτοποριακά κι ίσως τα πιο γνωστά γλυπτά του, εξελίχθηκαν από το ενδιαφέρον του να συλλάβει το μυστήριο και το νόημα της αρχαίας τέχνης χρησιμοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία και τα σύμβολα. Έτσι θα είναι η πρώτη φορά που τα έργα του Τakis θα βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη με τις κυκλαδικές αρχαιότητες που τόσο αγαπούσε.
Με περισσότερα από εβδομήντα χρόνια δημιουργίας, ο Takis, που πέθανε στις 9 του περασμένου Αυγούστου, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους και πλέον πρωτοπόρους και καινοτόμους δημιουργούς στην Ευρώπη.
Με τις εφευρέσεις του να κερδίζουν από πολύ νωρίς τον θαυμασμό της παγκόσμιας avant-garde, από τον William S. Burroughs και τους Αμερικανούς ποιητές της γενιάς Beat μέχρι καλλιτέχνες όπως ο Marcel Duchamp, ο Takis βρέθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1960 στην πρώτη γραμμή της κινητικής τέχνης πρωτοστατώντας σε νέες μορφές γλυπτικής, ζωγραφικής και μουσικών δομών για την αξιοποίηση των αόρατων φυσικών δυνάμεων.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1925, μετακόμισε στο Παρίσι το 1954 και σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του παρήγαγε γλυπτά - κεραίες που ονόμασε "Σινιάλα". Λεπτούς εύκαμπτους στύλους με αντικείμενα ή ηλεκτρικά φώτα, τα οποία λικνίζονται απαλά σε αρμονία με το περιβάλλον τους. Η ιδέα γι’ αυτά τα έργα προέκυψε ενώ περίμενε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Calais, ο οποίος περιβάλλεται από "μάτια τεράτων" που αναβοσβήνουν σε μια "ζούγκλα από σίδερο". Μεταμόρφωσε τις τεχνολογίες του πολέμου σε μνημεία ομορφιάς και περισυλλογής, επιλέγοντας από κεραίες ραδιοφώνου στρατιωτικών αμερικανικών τζιπ μέχρι καντράν αεροσκαφών.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, γοητεύτηκε από τα ραντάρ και άρχισε να εξερευνά τον μαγνητισμό ως έναν τρόπο να επανεφεύρει τη γλυπτική.
Συμμετέχει σε μια σειρά πολιτικών δράσεων, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 αποφασίζει να αποσύρει έργο του από έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέα Υόρκης δίνοντας έτσι το έναυσμα συσπείρωσης για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των καλλιτεχνών.
Η σύλληψη της έκθεσης είναι του γνωστού Βρετανού κριτικού και φίλου του Guy Brett. Την επιμελούνται ο Michael Wellen, επιμελητής διεθνούς τέχνης της Tate Modern και η Αφροδίτη Γκόνου, σύμβουλος του Προγράμματος Σύγχρονης Τέχνης του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης.