Η βιβλιοθήκη, λένε, απηχεί τα ενδιαφέροντα του ιδιοκτήτη της. Υπ' αυτή τη συνθήκη, θα μπορούσε κανείς να πει πολλά αν είχε μπροστά του τη βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη. "Μιλώντας για τη βιβλιοθήκη του, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ένας στοχαστής που σκόπευε να περιγράψει τη φύση ως έχει και να απαντήσει πειστικά και με επιστημονικά κριτήρια σε ό,τι ερωτήματα γεννούσε η έρευνά του. Προφανώς, ήταν ένας άνθρωπος που δεν σταμάτησε ποτέ στη ζωή του να απορεί και να συμπληρώνει τη γνώση του σε επιστημονικό επίπεδο, με βάση τη θεωρία και την εμπειρία" λέει ο ιστορικός του βιβλίου και των βιβλιοθηκών, αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Στάικος. Με πολύχρονη ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητα σ' αυτά τα δύο πεδία, με το νέο βιβλίο του "Αριστοτέλους βιβλιοθήκη" επιχειρεί ένα φιλόδοξο σχέδιο: Την ανασύσταση της βιβλιοθήκης του Σταγειρίτη φιλοσόφου, που φέτος γιορτάζουμε τα 2.400 χρόνια από τη γέννησή του, της σπουδαιότερης συλλογής βιβλίων που συγκροτήθηκε ποτέ.
"Αυτό το βιβλίο επιχειρεί να δείξει πώς και για ποιο λόγο συγκροτήθηκε η πρώτη απόλυτα επιστημονικού χαρακτήρα βιβλιοθήκη στον κόσμο" εξηγεί ο Κωνσταντίνος Στάικος. Άλλωστε, "κατά τον Αριστοτέλη, επιστημονική γνώση δεν μπορεί να υπάρχει όταν δεν λαμβάνεται υπόψη η γραπτή πνευματική παράδοση ενός λαού και δεν είναι διατυπωμένη με κοινά αποδεκτούς ορισμούς και θεματικά κατηγοριοποιημένη". Υπ' αυτή τη συνθήκη, ο συγγραφέας του βιβλίου "Αριστοτέλους βιβλιοθήκη", με βάση όλο το αριστοτελικό corpus, αποδελτίωσε όλα τα συγγράμματα και τα έργα στα οποία παραπέμπει ο Αριστοτέλης, σημειώνοντας ότι ενίοτε μάλιστα αποτολμά "να κατονομάσει άτομα και θεωρίες τους, που υπήρξαν μεν πηγή γνώσης του, αλλά ο ίδιος αναφέρεται γενικόλογα σε αυτούς". Απέναντι σ' αυτόν τον πλούτο ο αναγνώστης διαπιστώνει ευθύς εξαρχής ότι "για να πετύχεις κάτι που να εκφράζει τα πνευματικά σου ενδιαφέροντα, πρέπει να μεθοδεύεις εξονυχιστικά την έρευνά σου", όπως λέει ο κ. Στάικος, φέροντας ως παράδειγμα το "Περί τα ζώα ιστορίαι", στο οποίο ο Σταγειρίτης "μνημονεύει, αναλύει και κατηγοριοποιεί περίπου 500 είδη ζώων, εκθέτοντας αρχικά τον τελειότερο οργανισμό, τον άνθρωπο, για να καταλήξει στους ατελέστερους, όπως τα άναιμα μαλάκια και τα 'σκωληκότατα' που παράγονται από γεννητική λάσπη, βλάστηση ή αυτογονία".
Πώς έφτασε όμως στο σημείο να δημιουργηθεί "η σπουδαιότερη συλλογή βιβλίων που συγκροτήθηκε ποτέ", όπως δηλώνει στον υπότιτλό της η έκδοση, ρωτάμε τον κ. Στάικο. "Ο Αριστοτέλης συγκέντρωσε σε γραπτό κείμενο όλη την προηγούμενη ελληνική γραμματεία επί παντός του επιστητού: Φιλοσοφία, Ιστορία, ποίηση, θέατρο, ρητορική, σοφιστική, Ιατρική, περί θεών, ό,τι δηλαδή είχε απασχολήσει τους πνευματικούς ανθρώπους έως τα χρόνια του" εξηγεί. Εκφράζει δε την πεποίθηση ότι "η συνείδηση αυτή του Αριστοτέλη ως προς την αξία του γραπτού λόγου άρχισε να διαμορφώνεται τα χρόνια που συμπαρίστατο στον πατέρα του στις θεραπευτικές αγωγές, το αποτέλεσμα των οποίων αποτελούσε για τον Αριστοτέλη απόδειξη της εγκυρότητάς τους. Ο πατέρας του Αριστοτέλη Νικόμαχος, προσωπικός γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα, ήταν επίσης συγγραφέας και προφανώς είχε στην κατοχή του τα απαραίτητα ιατρικά βιβλία, δηλαδή μια βιβλιοθήκη".
Από εκείνη ακόμα την περίοδο, πριν έρθει στην Αθήνα και ενταχθεί στην Ακαδημία, "ο Αριστοτέλης πρέπει να είχε διαβάσει τους πλατωνικούς 'Διαλόγους' στη γενέτειρά του, τα Στάγειρα, καθώς ο κηδεμόνας του Πρόξενος είχε διατελέσει μαθητής και φίλος τού Πλάτωνα. Από τότε που ο Αριστοτέλης, σε ηλικία 17 ετών, εντάχθηκε στους κόλπους της Ακαδημίας, το 361 π.Χ., και ώς το τέλος της ζωής του, δεν έπαψε να συγκεντρώνει βιβλιακό υλικό και να αντιγράφει οτιδήποτε μπορούσε να υποστηρίξει τις μελλοντικές έρευνές του. Η συγγραφική του δραστηριότητα άρχισε από τότε που σπούδαζε δίπλα στον Πλάτωνα. Τα πρώτα του έργα μάλιστα, τα 'Περί Δικαιοσύνης', 'Περί ποιητών', 'Περί φιλοσοφίας' και 'Περί Ρητορικής' ήταν σε διαλογική μορφή, καθώς ήταν επηρεασμένος από τους 'Διαλόγους' του Πλάτωνα" λέει ο κ. Στάικος.
Από την πολύχρονη έρευνα που προηγήθηκε της έκδοσης, ο κ. Στάικος οδηγείται στη σκέψη ότι ο Σταγειρίτης φιλόσοφος "όπως διαφαίνεται από τα πρώτα του συγγράμματα, έχει ήδη επιλέξει τον στίβο της έρευνάς του, ο οποίος είναι απόλυτα θεματικός. Προσδιορίζει, δηλαδή, διακριτές ενότητες που αντιπροσωπεύουν το φυσικό μας περιβάλλον, φυτολογικό, ζωολογικό, ουράνιο, και κατηγοριοποιεί όλα τα είδη που περιλαμβάνονται στη φύση με βάση τα ειδικά γνωρίσματά τους, από τη γέννεση ώς τη φθορά τους. Στην έρευνά του αυτή πρωτεύοντα ρόλο, ως το τελειότερο ον της Γης, έχει ο άνθρωπος, του οποίου και μελετά τις διαφορετικές πνευματικές δημιουργίες, όπως η τέχνη της ποιητικής και της ρητορικής, αλλά και τη λειτουργία του ως πολιτικού όντος (κατ' επέκταση εξετάζει τα διαφορετικά πολιτεύματα που επικρατούν στις ελληνικές πόλεις, εκθειάζοντας τα προτερήματά τους και επισημαίνοντας τα μειονεκτήματά τους). Αυτή η συστηματική θεματική μελέτη δεν είχε ποτέ απασχολήσει κανέναν διανοούμενο ώς τότε, ούτε και τον ίδιο τον Πλάτωνα, και περιοριζόταν αποκλειστικά στα ιδιαίτερα πνευματικά ενδιαφέροντα του κάθε εργάτη της τέχνης".
Προκειμένου να χαρτογραφήσει τη φύση, τον ορατό και μη ορατό κόσμο που μας περιβάλλει, ο Αριστοτέλης δεν μπορεί παρά να υπήρξε άριστος αναγνώστης. "Ανέγνωσε όλη την προηγούμενη ελληνική γραμματεία σε μια προσπάθεια να μην επαναλάβει πράγματα που έχουν λεχθεί και έχουν αποδοθεί με ποιητικό χαρακτήρα. Από το στόχαστρο της αυστηρής κριτικής του πέρασαν όλες οι γραπτές απόψεις και θεωρίες των φυσικών φιλοσόφων, όπως του Παρμενίδη, του Αναξαγόρα και του Ηράκλειτου, δηλαδή των στοχαστών της φιλοσοφικής σχολής της Ιωνίας, όπως και των διανοούμενων της σχολής του Πυθαγόρα. Από την κριτική του μελέτη και τις θεωρίες γύρω από την ανθρώπινη φύση και έκφραση δεν έλειψαν, βέβαια, και οι σοφιστές. Οι 'Σοφιστικοί έλεγχοί' του συντάχτηκαν με αποκλειστικό σκοπό να επισημανθούν οι αντινομίες τους και η αλαζονική τους στάση και διδασκαλία, με την οποία υπόσχονταν στο ακροατήριό τους ότι ήταν σε θέση να διδάξουν άπασα τη γνώση".
Πόλυ Κρημνιώτη