«Όταν σκέφτομαι ένα καινούργιο μυθιστόρημα, σκέφτομαι πάντα το Άουσβιτς», έλεγε ο νομπελίστας Ίμρε Κέρτες, συγγραφέας του εμβληματικού Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 87 ετών. «Ακόμα κι εκεί, στις καπνοδόχους, στα διαλείμματα μεταξύ των βασανιστηρίων υπήρχε κάτι που έμοιαζε με ευτυχία. Όλοι μονίμως με ρωτούν μονάχα για τα δεινά, για τις 'φρικαλεότητες': αν και για μένα αυτή ακριβώς η εμπειρία είναι ίσως εκείνη που αξίζει πιο πολύ απ' όλες να θυμάμαι. Ναι, γι' αυτήν, για την ευτυχία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, θα έπρεπε να σας μιλήσω την επόμενη φορά που θα με ρωτήσετε. Αν με ρωτήσετε, βέβαια. Κι αν δεν το ξεχάσω και ο ίδιος»...
Το βιβλίο, ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, που στην αρχή απαγορεύθηκε και εκδόθηκε τελικά το 1975, ήταν βασισμένο στα όσα ο ίδιος ο Κέρτες έζησε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο ίδιος πάντως έλεγε πως δεν ήταν εντελώς αυτοβιογραφικό.
Επικεντρωμένο στη φρίκη του Ολοκαυτώματος και του ολοκληρωτισμού, το βιβλίο αναδεικνύει την αρετή της ελευθερίας. Ήταν κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στη Βουδαπέστη όταν ο δεκαπεντάχρονος τότε μαθητής Ίμρε συνελήφθη και στάλθηκε στο Άουσβιτς και το Μπούχενβαλντ.
Το μυθιστόρημα καινοτομεί όχι μόνο εξαιτίας της τεχνικής της γραφής και της περιγραφής του Κέρτες, που δεν καταγράφει μόνο τη ζοφερή πραγματικότητα αλλά αναδεικνύει την αισιοδοξία και την εσωτερική δύναμη ενός δεκαπεντάχρονου εφήβου και αθώου ανθρώπου που χαίρεται τη ζωή.
Το 2002 τού απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Στο σκεπτικό της βράβευσής του, η επιτροπή έκανε λόγο για «μια γραφή που διασώζει την ευθραυστότητα της ατομικής εμπειρίας ενάντια στη βάρβαρη αυθαιρεσία της Ιστορίας».
Ο Κέρτες, εβραϊκής καταγωγής, γεννήθηκε στη Βουδαπέστη στις 9 Νοεμβρίου του 1929. Μετά την απελευθέρωσή του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επέστρεψε στην Ουγγαρία το 1948 και εργάστηκε στην εφημερίδα «Világosság», από την οποία εκδιώχθηκε το 1951, όταν το έντυπο υιοθέτησε την επίσημη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνία ξεκινώντας από τις μεταφράσεις κλασικών της γερμανόφωνης διανόησης όπως οι Νίτσε, Σνίτσλερ, Φρόιντ, Ροτ κ.ά. Το 1988 εξέδωσε το Φιάσκο, δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που ολοκληρώνεται με το Καντίς, το 1991, όπου ο συγγραφέας απευθύνει την επιμνημόσυνη δέηση της εβραϊκής θρησκείας για ένα παιδί που δεν έφερε σε έναν κόσμο στοιχειωμένο από το Ολοκαύτωμα. Ακολούθησαν το 1991 Η αγγλική σημαία και το 1992 Το ημερολόγιο της γαλέρας. Το 1997 κυκλοφορεί το Εγώ, ένας άλλος, όπου στήνει μια γέφυρα ανάμεσα στις μνήμες ενός τραυματικού παρελθόντος και στην πραγματικότητα ενός δύσκολου παρόντος. Το 2001 εκδίδονται σε έναν τόμο οι διαλέξεις και τα δοκίμιά του με τίτλο Η εξόριστη γλώσσα. Το 2003 εκδόθηκε το κύκνειο άσμα του Εκκαθάριση. Στα ελληνικά τα περισσότερα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.