Από τις καθιερωμένες, γενικόλογες αναφορές στα άλμπουμ, προτιμήσαμε την προσέγγιση μιας ανθολογίας: ακούγοντάς τα ξανά, φτιάχνουμε τη δική μας "συλλογή" με τα καλύτερα τραγούδια του.
Στα κάτω - κάτω, είναι εκείνα που έφτιαξαν τον θρύλο. Και, όταν ο θόρυβος κοπάσει, όταν ο David θα έχει γίνει μια ανάμνηση στο θέατρο της καθημερινότητας, είναι εκείνα που θα μείνουν...
του ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ
Space Oddity (Space Oddity 1969) Τόσο νωρίς, και όμως, όλα όσα τον έκαναν μεγάλο βρίσκονται ήδη εδώ: η μελωδική γενναιοδωρία, η αίσθηση του αλλόκοτου, η υπαρξιακών αποχρώσεων ενατένιση του κόσμου. Ακόμα και, σε εμβρυακή μορφή, τα ροκ ξεσπάσματα.
Cygnet Committee (Space Oddity, 1969) Το επικών διαστάσεων masterpiece του «Space Oddity». Ένα αδιάκοπο κρεσέντο, θέματα που γεννιούνται μέσα από θέματα, και μια κραυγή αγωνίας για τις προδομένες ελπίδες του flower power.
The Man Who Sold The World (The Man Who Sold The World, 1970) Ο Bowie πέρασε όλη τη δεκαετία του '90 αντιμετωπίζοντας νεαρούς φαν που εισέβαλαν στο καμαρίνι του φωνάζοντας "πόσο cool είναι που παίζει ένα τραγούδι των... Nirvana". Το «The Man Who Sold The World» ήταν πάντα αντικείμενο παρεξηγήσεων: ελάχιστοι έχουν αντιληφθεί ότι μιλά για μια μεφιστοφελική συνάντηση...
Changes (Hunky Dory, 1971) Δεύτερο μετά το "Space Oddity" εμβληματικό τραγούδι της περιόδου, ιδεολογικό πασπαρτού για τις μετέπειτα μεταμορφώσεις του David. Ένα είδος ευγενικής rock ‘n' roll καταιγίδας, με μελωδικές εξάρσεις και δαντελένιο πιάνο από τον Rick Wakeman.
Life On Mars (Hunky Dory, 1971) Ο τρόπος με τον οποίο βαθμιαία κλιμακώνεται, η αλληλουχία των συγχορδιών, το πιάνο του Wakeman, τα έγχορδα ενορχηστρωμένα από τον Mick Ronson και η φωνή του Bowie αναγορεύουν το «Life On Mars» σε σεμινάριο τραγουδοποιίας.
Ziggy Stardust (The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars, 1972) Με φωνητικό και κιθαριστικό θέμα από τα θεμελιώδη στην ιστορία του ροκ, το "Ziggy Stardust" είναι το κέντρο μιας μετα-αφήγησης γύρω από έναν rock 'n' roll σταρ - Μεσσία - εξωγήινο, που αποπλανεί το ακροατήριό του για να θυσιαστεί τελικά από αυτό.
Suffragette City (The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars, 1972) Ένα πολυδιασκευασμένο rock anthem. Στίχοι με διφορούμενο σεξουαλικό προσανατολσμό, πιάνο στα ίχνη του Little Richard, κιθάρα υψηλών οκτανίων και, για το φινάλε, το ARP synthesizer σε προσομοίωση ενός... γιγάντιου σαξοφώνου.
Starman (The Rise And Fall Of Ziggy Stardust An The Spiders From Mars, 1972) Τραγούδι - ύμνος από το άλμπουμ που σημάδεψε τη χρυσή εποχή της youth culture και την αρχή του τέλους για την εποχή της αθωότητας. Η μελωδική του δύναμη και το αίσθημα ευφορίας που άμεσα δημιουργεί το βάζουν δίπλα σε οποιοδήποτε Beatle classic.
Rock 'n' Roll Suicide (The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars, 1972) Το grand finale του Ziggy θα ξεκινήσει σαν μπαλάντα με καταβολές από το chanson, για να φτάσει, με θεατρικές κορώνες, κιθάρες και έγχορδα στην πιο δραματική κορύφωση που έχει καταγράψει η ροκ ιστορία. Ο κόσμος της "νεανικής κουλτούρας" δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος.
All The Young Dudes (Nothing Has Changed, 2014) Τραγούδι εποχής -και κλίματος- Ziggy Stardust, άλμπουμ για το οποίο το προόριζε αρχικά, για να το προσφέρει εν τέλει στους Mott The Hoople, σώζοντας την καριέρα τους. Στιχουργικά, μια συγκινητική (και... αγιογραφική) έκφραση συμπαράστασης στον περιθωριοποιημένο teenager.
Aladdin Sane (Aladdin Sane, 1973) Η ιστορία μπερδεύεται με την επιστημονική φαντασία, η γοητεία του προπολεμικού decadence με την αίσθηση επικείμενης καταστροφής. Η φωνή, σαρδόνια τρυφερή, περιγράφει. Το πιάνο του Mike Garson στροβιλίζεται σε παραισθητικούς μαιάνδρους, ξεσπώντας κάποια στιγμή στο πιο φρενιτώδες (το λένε και avant-garde) σόλο στην ιστορία του rock...
The Prettiest Star (Aladdin Sane, 1973) Το "πιο όμορφο αστέρι" λάμπει στο πιο όμορφο άλμπουμ του Bowie, με μία από τις πιο όμορφες μελωδίες και ίσως τον πιο... όμορφο ήχο ηλεκτρικής κιθάρας που έχει ηχογραφηθεί ποτέ (Mick Ronson). Το τραγούδι αποτελούσε μέρος της πρότασης γάμου του David στην Angie.
Lady Grinning Soul (Aladdin Sane, 1973) Το παραγνωρισμένο αριστούργημα του «Aladdin Sane», το πιο μελωδικό, ευθύβολο συναισθηματικά κομμάτι που έγραψε ποτέ. Μελίρρυτα arpeggios από το πιάνο στεφανώνουν ένα οικοδόμημα φτιαγμένο από τα υλικά του ονείρου.
1984 (Diamond Dogs, 1974) Το tribute στον George Orwell γίνεται με μια απροσδόκητη soul παρέκβαση, κιθάρα με wah - wah και ντίσκο έγχορδα. Το κομμάτι δένει με τον μελλοντολογικό εφιάλτη του «Diamond Dogs», προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα το επόμενο, προσανατολισμένο στη μαύρη μουσική άλμπουμ.
Rebel Rebel (Diamond Dogs, 1974) Η επιτυχία τού εξασφάλισε θέση στην Ιστορία, ίσως δυσανάλογη της εμβέλειάς του. Δεν παύει να αποτελεί ένα μικρό ποπ κομψοτέχνημα, με διφορούμενους στίχους και ένα "κολλητικό" θέμα από την ηλεκτρική κιθάρα. Παίζει ο ίδιος ο David.
Big Brother (Diamond Dogs, 1974) Από τα "βολικά ξεχασμένα" σήμερα αριστουργήματά του. Ηλεκτρονικό φόντο, χορωδιακά από mellotron, τρομπέτα, κιθάρα από τον ίδιο τον συνθέτη και ερμηνεία που προκαλεί δέος. Το τραγούδι αποτελεί "εικόνα από το μέλλον" - το δικό μας σήμερα.
Young Americans (Young Americans, 1975) Το φλερτ είχε ξεκινήσει στο «Diamond Dogs». Εδώ, η σχέση με τη μαύρη μουσική ολοκληρώνεται. Το ομώνυμο track είναι ένα διαμάντι λευκής σόουλ, με αιχμηρές πολιτικές / κοινωνικές αναφορές και gospel φωνητικά. Στην κιθάρα ο Carlos Alomar, guest ο Luther Vandross.
Fame (Young Americans, 1975) Τι προκύπτει όταν δύο icons (Bowie, Lennon) μπαίνουν στο στούντιο με έναν κιθαρίστα (Carlos Alomar) που η "προϋπηρεσία" του περιλαμβάνει συνεργασίες με Ben E. King και James Brown; Ένα κλασικό funky riff κι ένας στίχος που ηχεί σαν το κάλεσμα της μοίρας. Minimum υλικά, maximum αποτέλεσμα.
Station To Station (Station To Station, 1976) Με 10 λεπτά διάρκεια, το κομμάτι θα περάσει από μεταπτώσεις για να καταλήξει σε καταιγιστικό rock 'n 'roll section. Ξεκινά με τον ήχο ενός τρένου. Όμως σταθμοί εδώ είναι τα Σεφιρόθ του καβαλιστικού Δέντρου της Ζωής και η κίνηση είναι από πάνω (πνευματικό βασίλειο) προς τα κάτω (υλικό). Τίτλος επόμενου άλμπουμ; "Low".
Stay (Station To Station, 1976) Το τραγούδι βρίσκεται εντυπωσιακά μπροστά από την εποχή του, όχι μόνο ακροβατώντας μεταξύ hard rock, funk και soul, αλλά και αποπνέοντας, σε ανύποπτη στιγμή, το άγχος της αμφιβολίας για τον εαυτό - σήμα κατατεθέν μιας ροκ κουλτούρας πολύ μεταγενέστερης.
Speed Of Life (Low, 1977) Μπορεί η σαρδόνια ειρωνική διάθεση να μετουσιωθεί σε νότες; Μπορεί. Το ακούμε εδώ, σ' αυτό το οργανικό κομμάτι από το "Low". Μαζί του ξεκινούσε η βερολινέζικη τριλογία που θα έθετε τους κανόνες για τον ηλεκτρονικό ήχο του μέλλοντος.
What In The World (Low, 1977) Η επιλογή τραγουδιών από το άλμπουμ που πολλοί θεωρούν το σημαντικότερο του David Bowie είναι άχαρη δουλειά. Θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε. Ας πούμε, διαλέγοντας αυτό, ότι αποτελεί ένα από τα "μοντέλα" στα οποία βασίστηκε μουσικά το new wave.
Warszawa (Low, 1977) Η σύνθεση του Brian Eno, βασισμένη στα συνθεσάιζερ, αποτελεί από τους θεμέλιους λίθους της ambient και μία από τις άπιαστες κορυφές της. Το αίσθημα περιπλάνησης σε ζοφερές και άγονες εκτάσεις φέρνει την ακρόαση στα όρια της μυστικιστικής εμπειρίας.
Heroes (Heroes, 1977) 6'10" απόλυτου trance, πεσιμισμός και υπόσχεση θριάμβου, απόγνωση και ανάταση. Ο άπελπις αγώνας δύο ερωτευμένων να γίνουν, έστω για μια μέρα, υποκείμενα της δικής τους ιστορίας. Η κιθάρα του Fripp και τα ηλεκτρονικά του Eno σφραγίζουν το πιο ιστορικό τραγούδι του David Bowie.
Neukoln (Heroes, 1977) Μίνι οργανικό έπος. Πάνω από το αφιλόξενο, φουτουριστικό τοπίο των ηλεκτρονικών και της κιθάρας, το σαξόφωνο του Bowie αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο, κινούμενο σε modal δρόμους (Neukoln είναι μια περιοχή του Βερολίνου με Τούρκους μετανάστες), εκφράζοντας το... ανέκφραστο.
Move On (Lodger, 1978) Ο ψίθυρος της χορωδίας σε κοντράστ με τον καλπασμό των τυμπάνων έχει κάτι από θρησκευτικό συναίσθημα. Η κιθάρα βγαίνει ρωμαλέα μπροστά στις θεματικές μεταβάσεις. Στην κορυφή, η βαρύτονη φωνή του Bowie - Elvis που προσπαθεί, περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο, να... ξεχάσει. Ένα ρομαντικό αριστούργημα.
Look Back In Anger (Lodger, 1978) Ο "υπερκόσμιος" παλμός του κάνει το... χορευτικό «Lets Dance" να ακούγεται σαν κομμάτι για meditation. Από το τελευταίο μέρος της ηλεκτρονικής τριλογίας, μελωδικό - ερμηνευτικό tour-de-force, με ήχο που προοιωνίζεται τα '80s αφήνοντάς τα μίλια πίσω και μια φτερωτή rhythm section...
Scary Monsters and Super Creeps (Scary Monsters and Super Creeps, 1980) ...Όπου, με υλικό ένα απλό, straightforward rock θέμα, ο Bowie και ο Tony Visconti χτίζουν το κλασικό soundtrack μιας larger than life καταδίωξης. Οι νότες και τα σόλο του Robert Fripp ωθούν το κομμάτι στα όρια του αδιανόητου.
Ashes To Ashes (Scary Monsters And Super Creeps, 1980) Φορτισμένη αναφορά στον κατεστραμμένο πλέον, "junkie", Major Tom, πρώτο ρόλο που είχε ενσαρκώσει ξεκινώντας ο νεαρός σταρ. Ένα από τα πιο ευαίσθητα - σήματα κατατεθέντα τραγούδια της καριέρας του.
Fashion (Scary Monsters And Super Creeps, 1980) Στο πλαίσιο μιας μεταμοντέρνας "παρεξήγησης", το twisted funk του «Fashion" θα γινόταν Νο1 soundtrack των επιδείξεων μόδας, χωρίς κανείς να δίνει σημασία στην ειρωνεία των στίχων. Ταυτόχρονα, ήταν ο σπινθήρας για τη μετάδοση της λατρείας του "33χρονου" στο κοινό του new wave.
Modern Love (Let's Dance, 1983) Ο David ξεχύνεται στη λεωφόρο του superstardom με rock drive, αναβράζοντα σαξόφωνα, gospel vocals και διφορούμενους στίχους γύρω από τη σχέση Θεού και Ανθρώπου. Μουσικά, πρόκειται για μια ιδιοφυώς συγκαλυμμένη εκμετάλλευση του κλασικού Κανόνα του Pachelbel.
Loving The Alien (Tonight, 1984) Μπορεί ένα αριστούργημα να ξελασπώσει ένα μέτριο άλμπουμ; Όχι. Όμως παραείναι καλό για να αγνοηθεί, παρ' ότι η παραγωγή απηχεί τον mainstream ήχο της εποχής. Είναι η αρμονία που δημιουργεί την αίσθηση του απόκοσμου, ενώ οι στίχοι εκφράζουν βίαια αντικληρικές θέσεις.
Blue Jean (Tonight, 1984) Εφηβική φρεσκάδα, αμεσότητα, εκλεκτισμός που συνεπαίρνει, ένα κλασικό Bowie hit, από κείνα που κράτησαν ζωντανό το ενδιαφέρον των φαν στη διάρκεια της... Phil Collins περιόδου του, όπως θα αποκαλούσε, αποκηρύσσοντας αργότερα, τα '80s.
Jump They Say (Black Tie White Noise, 1993) Επιστροφή στον "ίσιο δρόμο" και... δεύτερο τραγούδι για τον σχιζοφρενή αδελφό του David. Αν θέμα του «All The Madmen" (1970) ήταν ο εγκλεισμός του σε άσυλο, εδώ είναι η αυτοκτονία... Οι στίχοι δυσκρυπτογράφητοι, η μουσική μια ambient funk έκρηξη με κιθάρες, τρομπέτες και παραμορφωμένα σαξόφωνα.
Hallo Spaceboy (Outside, 1995) Έγινε περισσότερο γνωστό από το mix των Pet Shop Boys. Προτιμητέα η original version, βουτηγμένη στο καταστροφικό, ηλεκτρονικό ambience και τις ωρυόμενες κιθάρες, καθώς ο Major Tom, αντιμέτωπος με την επιθανάτια ένταση του τέλους της χιλιετίας, αναφωνεί "This chaos is killing me"…
I'm Deranged (Outside, 1995) Με μουσικούς από διάφορα στάδια της καριέρας του, Carlos Alomar, Eno, Mike Garson, ο David επιχειρεί μια πρώτη επαφή με το drum 'n' bass. Το "Deranged" φυσικά βρίσκεται υπεράνω φορμαλιστικών κατατάξεων - θα γίνει ευρύτερα γνωστό από το "Lost Highway" του D. Lynch.
No Control (Outside, 1995) Αποπλανητικά λικνιστικό, ηλεκτρονικό funky beat, σκοτεινοί τόνοι, στίχοι που μιλούν για δυσοίωνο μέλλον, ερμηνεία που ισορροπεί ανάμεσα στον αυτοσαρκασμό και στην εξομολόγηση... Ένα βαρυσήμαντο track από τα middle '90s...
Little Wonder (Earthling, 1996) O "49χρονος" αναμετριέται με τους Prodigy του "Firestarter": η συνάντησή του με το drum 'n' bass beat και την εκρηγνυόμενη μουσική τεχνολογία είναι επικών προδιαγραφών. Το τραγούδι απευθύνεται, με περιπαιχτική νοσταλγία, στον εαυτό του των middle '70s.
I'm Afraid Of Americans (Earthling, 1996) Μιλώντας για τους στίχους, ο David λέει: "Ταξίδευα στην Ιάβα όταν άνοιξαν εκεί τα πρώτα McDonalds. Σκεφτόμουν ότι αυτή η εισβολή της ομογενοποιημένης κουλτούρας είναι τόσο καταθλιπτική..." Η φωνή πάνω από το μεταλλικό, ηλεκτρονικό beat δυναμώνει τον τίτλο.
Thursday's Child (Hours, 1999) Στα πρόθυρα της νέας χιλιετίας, στο πλαίσιο ενός από τα πιο ουσιαστικά άλμπουμ που κυκλοφόρησε ποτέ, μια πανέμορφη νοσταλγική μπαλάντα - καρπός ωριμότητας χρυσής, κάθε άλλο παρά εφησυχασμένης. Ο David έχει περάσει τα 50.
Survive (Hours, 1999) Το μουσικό highlight του άλμπουμ έλκει την καταγωγή από την περίοδο των early '70s (εκλεκτική αρμονική επεξεργασία, εισαγωγή με δωδεκάχορδη που οδηγεί σε ένα ηλεκτρικά φορτισμένο μέρος κ.λπ.). Οι στίχοι μιλούν για έναν έρωτα καταδικασμένο από λάθος timing.
Sunday (Heathen, 2002) Ιδανική ατμοσφαιρική εισαγωγή για το τελευταίο μεγάλο έργο του David Bowie, τρόπον τινά την παρακαταθήκη του. Οι στίχοι δείχνουν να υπαινίσσονται την 11η Σεπτεμβρίου, έχουν όμως γραφτεί αρκετά πριν. Η μυστικιστική αύρα, γεμάτη ηλεκτρονικά treatments, χρωστά στη βερολινέζικη περίοδο...
Slow Burn (Heathen, 2002) Ακόμα ένα masterpiece από τον "55χρονο", στην παράδοση των κλασικών ροκ τραγουδιών του από τα late '70s. Αίσθηση αναμονής... ήπια αγωνιώδους, στίχοι που εσφαλμένα σχετίστηκαν με την 11η Σεπτεμβρίου (είχαν γραφτεί, όπως και του «Sunday", πολύ πριν). Στην κιθάρα ο παλιός φίλος Pete Townsend.
Love Is Lost (The Next Day, 2013) Το κλειδί ερμηνείας του άλμπουμ βρίσκεται στον συνδυασμό τίτλου και εξωφύλλου. Πρόκειται για τη διάψευση της υπόσχεσης που άφηνε το «Heroes»: «We can be heroes, just for one day». Η "next day" είναι η επόμενη εκείνης της... "one day". Το αίσθημα αποτυπώνεται έντονα εδώ, στο εκκλησιαστικό όργανο, το συγκεκομμένο drum beat και στη δραματική ερμηνεία του Bowie.
Blackstar (Blackstar, 2016) Το ομώνυμο κομμάτι του τελευταίου άλμπουμ, ένα 10λεπτης διάρκειας requiem του καλλιτέχνη για τον εαυτό του, σοκάρει, σε συνδυασμό με ένα απίστευτα πυκνό σε συμβολισμούς βίντεο. Η μετάβαση της σύνθεσης από τη σκοτεινή στη φωτεινή πλευρά και η επιστροφή για την ολοκλήρωση της τελετουργίας είναι το τελευταίο, ανατριχιαστικό, δώρο της αινιγματικής προσωπικότητας που άκουγε στο όνομα David Bowie.