Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Ο σημερινός σχολιασμός μονοθεματικής συναυλίας επιτρέπει ευτυχώς την αφιέρωση χώρου της στήλης για την παράθεση χρήσιμων διευκρινίσεων σε συνέχεια επιστολής των εκλεκτών αναγνωστών κ. Μ. Κανελλοπούλου, Λ. Τσακίρη, Π. Χριστοδουλοπούλου και Ρ. Αξελού που φιλοξενήθηκε στη σελίδα 54 του φύλλου της παρελθούσης Κυριακής και αφορούσε εισαγωγικές εγκωμιαστικές επισημάνσεις μας της 25-27ης/12/15 σε σχέση με την ήδη από ετών στρατηγική στροφή της Καμεράτα στην απόδοση «παλαιάς» μουσικής επί «αυθεντικών οργάνων», την οποία καθιέρωσε και προωθεί με επιτυχία, ως καλλιτεχνικός διευθυντής της, ο διεθνώς προβεβλημένος αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αυτονόητο για εμάς ότι η εκ των υστέρων αναγνώριση ως αναγκαίου του μετασχηματισμού της ορχήστρας για τη διατήρηση της ύπαρξής της δεν σημαίνει την εκ μέρους μας παραγνώριση της ευαισθησίας ανθρώπων που επλήγησαν εξαιτίας της στροφής αυτής, με την απώλεια των θέσεων εργασίας τους, ούτε φυσικά στοιχειοθετεί πρόθεση φιλοτέχνησης «ειδυλλιακής εικόνας» σε σχέση με τον συγκεκριμένο σχηματισμό.
Ο απλός πραγματισμός, όμως, που εισάγει στις μέρες μας μετριασμό προσδοκιών και οραμάτων, υπαγορεύει την παραδοχή ότι, υπό καθεστώς δημόσιας πτώχευσης, η συμβολή στην επιβίωση ακόμη και μιας καθιερωμένης ορχήστρας επίλεκτων μουσικών, όπως η Καμεράτα, αποτελεί αυτοτελές επίτευγμα, με δεδομένες μάλιστα τις επισημαινόμενες στην επιστολή καθυστερήσεις καταβολής δεδουλευμένων και άλλων υποχρεώσεων εκ μέρους της πολιτείας. Ιδίως δε όταν αποκρουστικό ορθώνεται ενώπιόν μας το παραδειγματικό φάσμα της Ορχήστρας των Χρωμάτων, η οποία, παρά το πολυετές ευδιάκριτο στίγμα της στην ελληνική λόγια μουσική ζωή, αφέθη απλώς να υποκύψει στην «ασιτία». Σε αυτήν την πραγματικότητα, λοιπόν, και παρά τις ενδεχομένως όχι ικανοποιητικές οικονομικές αποδόσεις τους, η Καμεράτα δεν διαθέτει, κατά την άποψή μας, την πολυτέλεια να αποστρέψει το βλέμμα από ευκαιρίες συναυλιών στο εξωτερικό, αλλά και σημαντικής διεθνούς δισκογραφίας που της έχουν προσπορίσει συνδυαστικά η συγκεκριμένη στροφή της και η σύμπραξη με τον Πέτρου. Γιατί, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Ωδείου Αθηνών, όπου η εξαγγελία ενός φιλόδοξου σχεδίου ανάπτυξης πλέγματος χώρων και δράσεων, τον περασμένο Δεκέμβριο, ενίσχυσε τη δύναμη των επί διετία περίπου απλήρωτων καθηγητών του, έτσι και εν προκειμένω οι δράσεις αυτές αποτελούν απαραίτητες ενέσεις ηθικού για τους ανθρώπους. Αποτελεί πεποίθησή μας δε ότι, χωρίς αυτές τις μικρές δόσεις αναγνώρισης και ελπίδας, η Καμεράτα θα είχε προ πολλού υποκύψει στο πεπρωμένο της προμνησθείσης ομολόγου της. Αυτό λοιπόν το δεδομένο αξιολογούμε σοβαρά και στην αποτροπή αυτού του αποτελέσματος επιθυμούμε να συμβάλουμε!
Την αίσθησή μας αυτή αισθανόμαστε ότι επιβεβαιώνει και η διονυσιακή αντίδραση των μουσικών της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών μετά την ολοκλήρωση της συναυλίας της 20ής Νοεμβρίου 2015 στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (η συμπαράστασή μας ισχύει εξίσου και για τους από μακρού απλήρωτους εργαζόμενους του κορυφαίου αυτού θεσμού). Στο πόντιουμ βρισκόταν, για τρίτη φορά και άνευ αμοιβής, όπως πληροφορηθήκαμε, ο ανερχόμενος αστέρας της μπαγκέτας Γιουράι Βάλτσουχα για μια εμπνευσμένη διαδρομή της τόσο επίφοβης για τον ίδιο και εν τέλει μοιραίας 9ης Συμφωνίας του Γκούσταφ Μάλερ. Έχοντας ήδη πιστώσει, σε συνομιλία μας, μεγάλες δυνατότητες στην ΚΟΑ, ο Σλοβάκος πλοήγησε την ορχήστρα με ασφάλεια σε μια φορτισμένη ερμηνεία. Κάτοχος της αρχιτεκτονικής του έργου μέχρι κεραίας, ο μαέστρος παρέσυρε τους μουσικούς του σε σύμπραξη υψηλής οργανικής ευστοχίας, μεγάλης ισχύος και επίζηλης εστίασης, με αποτέλεσμα η βιωματική πικρία του έργου να μην αναδειχθεί επί θυσία της εσωτερικής ανάλυσης μιας ιδιαιτέρως απαιτητικής ενορχήστρωσης.
Η στωική, αλλά συνεκτική ποιότητα χειρισμού τής περίπλοκης πρώτης κίνησης αποτέλεσε δυσεύρετη εμπειρία σε μια προϊόντως «υποσιτιζόμενη» Αθήνα. Αν και εξαιρετικά ευαίσθητος στη δυναμική, ο Βάλτσουχα απέφυγε σταθερά να υποπέσει στο ατόπημα του μελοδραματισμού, αποσπώντας κάθε ικμάδα δυναμισμού από τον σχηματισμό του και οδηγώντας τον με ασφάλεια στις κορυφώσεις. Μετά από ένα αρκούντως παρωδιστικό λαίντλερ, η διάταξη των εγχόρδων απέδωσε οφέλη στην «εναντιωματική» γ' κίνηση και τις ανταλλαγές με τα ξύλινα, ενώ ο αρχιμουσικός πέτυχε συνολικά αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στα πρώτα και τα συνήθως πιεστικά χάλκινα, δηλωτική όχι μόνο ενός ιδιαίτερου αυτιού, αλλά και των δυνατοτήτων ακουστικής της αίθουσας. Με έγχορδη καλλιέπεια υψηλής θέρμης και λυρισμού υπηρετήθηκε και η υπερβατική ενόραση του τελικού αντάτζιο, συντηρώντας την εμπροσθοβαρή αίσθηση συνέχειας προς τη λυτρωτική κατάφαση μιας άλλης διάστασης. Ευχαριστούμε!