Του Κωνσταντίνου Σπ. Στάικου*
Αυτό που ξεχωρίζει την Ιστορική Βιβλιοθήκη του Νεοελληνισμού, που θησαυρίζεται στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη και εμπεριέχει περισσότερους από 300.000 τόμους, από άλλες συλλογές βιβλίων και εθνικές βιβλιοθήκες ακόμα είναι το συγκεκριμένο σκεπτικό που συγκροτήθηκε, όπως και η ταξινόμησή της.
Ως προς την πρώτη διάκριση, αντιπροσωπεύει κατά ιδανικό τρόπο, στο μέτρο του δυνατού, την πνευματική έκφραση και δημιουργία των Ελλήνων από την εποχή του μυθικού Ορφέα και τα Έπη του Ομήρου και του Ησιόδου ώς τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, όπως και υλικό σχετικό με σύγχρονες εργασίες, οικονομικού και μαθηματικού περιεχομένου. Θα μπορούσε να προβάλει κανείς ενστάσεις για το κατά πόσο ο νεοελληνισμός εμπεριέχει την αρχαία και βυζαντινή γραμματεία. Το θέμα αυτό όμως είχαν λύσει προ πολλού οι κατεξοχήν Έλληνες λόγιοι που συνέβαλαν στην εδραίωση της ελληνικής γλώσσας στην Ιταλία και στη διάδοση της ελληνικής γραμματείας στο πρωτότυπο κατά την Αναγέννηση. Τα άτομα αυτά, όπως ο Θ. Γαζής, ο Μάρκος Μουσούρος, ο Αρσένιος Αποστόλης, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Ζαχαρίας Καλλιέργης, γνώριζαν ότι από την εποχή του 12ου αιώνα στο Βυζάντιο η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας καλλιεργείτο πλέον ισότιμα με τη χριστιανική γραμματεία, παραμερίζοντας παλιές αντιλήψεις σχετικά με τον διαχωρισμό του κόσμου σε ειδωλολατρικό και χριστιανικό.
Οι Νεοέλληνες, όρος που διαχωρίζει μεν τη νέα εποχή που οροθετείται από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, έχει πολιτική χροιά και όχι πνευματική. Οι Έλληνες πνευματικοί ταγοί της εποχής της Αναγέννησης είχαν συνείδηση ότι το Γένος στηρίζεται σε τρεις αναμφισβήτητες και αδιάκοπες παραδόσεις: ελληνική γλώσσα, ελληνική πνευματική παράδοση και ορθόδοξη πίστη. Θεώρησαν λοιπόν ότι οι απανταχού Έλληνες είναι οι μοναδικοί φυσικοί κληρονόμοι του ελληνισμού και πως η ελληνική γραμματεία δεν μπορεί να διαχωριστεί με πολιτικούς όρους.
Από τότε, παράλληλα με τη φιλολογική εκτίμηση και έκδοση των σπουδαιότερων συγγραμμάτων της αρχαίας γραμματείας, όπως τα Έπη του Ομήρου, τα Άπαντα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, την Ιστορία του Θουκυδίδη, αλλά και διατριβές του Πλήθωνα, επιγραμματικές συλλογές του Μάξιμου Πλανούδη κ.ά. αρχίζουν να εκδίδονται και τα πρώτα ποιητικά δοκίμια της νέας εποχής για τον ελληνισμό και, πιο συγκεκριμένα, της κρητικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για τον Απόκοπο του Μπεργαδή, που σηματοδοτεί μια εκδοτική πορεία αυτού του είδους της λογοτεχνίας που θα φτάσει στο απόγειό της με την έκδοση του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου (1713).
Η δεύτερη διάκριση της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Νεοελληνισμού είναι ότι δεν έχει ταξινομηθεί σύμφωνα με κάποια από τα γνωστά βιβλιοθηκονομικά συστήματα, αλλά ούτε κατηγοριοποιήθηκε θεματικά ή αλφαβητικά ή και κατά μέγεθος ακόμη, αλλά εδώ διατηρήθηκαν αυτούσιες οι συλλογές βιβλίων των κτητόρων. Η ταξινομική οργάνωσή τους έγινε σύμφωνα με την εσωτερική συνοχή τής κάθε συλλογής, ακολουθώντας το σκεπτικό ή τον τρόπο εργασίας του κάθε κτήτορα της βιβλιοθήκης. Η άποψη αυτή έχει επικρατήσει στην Ιστορική Βιβλιοθήκη, καθώς τόσο ο κ. Π. Λασκαρίδης όσο και εγώ αναγνωρίζουμε την πρόσθετη γνώση που προσφέρει σε κάθε ξεχωριστή θεματική ενότητα ο συλλέκτης της, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για άτομα που χάραξαν ανεξίτηλα πνευματικά ρεύματα, όπως ο Κ.Θ. Δημαράς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Στην περίπτωση αυτή, δίπλα σε κάθε βιβλίο, ο λόγιος συλλέκτης ταξινομεί σχετικές μελέτες με το αντικείμενο της έκδοσης, βιβλιοκρισίες, ακόμη και σημειώματα προσωπικού χαρακτήρα, δηλαδή επιστολές. Έτσι το κάθε σύγγραμμα - βιβλίο προσφέρεται στη διαχρονική του ολότητα, κάτι που δεν μπορεί να το παράσχει καμία εθνική ή πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, δημόσια ή κολεγιακή.
Περιηγούμενοι τις θεματικές και ιστορικές αυτές βιβλιοθήκες, θα συναντήσουμε, κατά χρονολογική τάξη του περιεχομένου τους, τη συλλογή του Αθανάσιου Οικονομόπουλου, που θησαυρίζει εκδόσεις από την ομηρική και ησιόδεια εποχή ώς τους συγγραφείς που γεννήθηκαν πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως ο Καρδινάλιος Βησσαρίων. Δεν πρόκειται μόνο για πρώτες εκδόσεις των έργων του Πυθαγόρα, του Φιλόλαου, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, των τριών μεγάλων τραγικών Ευριπίδη, Σοφοκλή και Αισχύλου, αλλά και έργα των Ψελλού και Μοσχόπουλου, αλλά και επανεκδόσεις που κυκλοφόρησαν από όλα τα πνευματικά κέντρα της Ευρώπης συμπληρωμένες και σχολιασμένες από σημαντικούς φιλολόγους. Η συλλογή αυτή, που αριθμεί περισσότερους από 4.000 τίτλους, συνεχίζει να εμπλουτίζεται.
Από τα σπουδαιότερα αποκτήματα της Ιστορικής Βιβλιοθήκης είναι η απόκτηση της βιβλιοθήκης και του αρχείου του Κ.Θ. Δημαρά, με περισσότερους από 12.000 τόμους. Ο Κ.Θ. Δημαράς, που από το 1953 προΐστατο των νεοελληνικών σπουδών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, διαμόρφωσε σχολή για τη μελέτη του νέου ελληνισμού και διαχώρισε τα πνευματικά ρεύματα που επηρέασαν τους Έλληνες της διασποράς, τόσο στην προσπάθειά τους να μην απομακρυνθούν από τα ευρωπαϊκά πνευματικά ρεύματα, όσο και να προετοιμάσουν το Γένος για τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Όποιος έρθει σε επαφή, και ηλεκτρονικά πλέον, με τη συλλογή του Κ.Θ. Δημαρά θα είναι σε θέση όχι μόνο να διαγνώσει τη μέθοδο εργασίας του, αλλά να γνωρίσει άγνωστο και μοναδικό υλικό που φωλιάζει στη βιβλιοθήκη του.
Δεν είναι όμως μόνο η συλλογή του Κ.Θ. Δημαρά που προσφέρει σπάνιο υλικό στους μελετητές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αλλά και μαθητών του, που υποστήριξαν και συνέχισαν το έργο του, όπως η βιβλιοθήκη και το αρχείο της Αικατερίνης Κουμαριανού, διευθύντριας του Κέντρου Νεοελληνικών Σπουδών της Σορβόννης, ικανό τμήμα της πλούσιας βιβλιοθήκης του Φίλιππου Ηλιού, αλλά και του Κώστα Παπαγεωργίου, με λογοτεχνικές εκδόσεις και σχετικές περιοδικές εκδόσεις από τις αρχές του 20ού αιώνα και πολλές άλλες.
* Ο Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος είναι αρχιτέκτων, ιστορικός του βιβλίου