Live τώρα    
Από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ηρώδειο / "Τόσκα": Εντελής επανάληψη παλαιότερης παραγωγής
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ηρώδειο / "Τόσκα": Εντελής επανάληψη παλαιότερης παραγωγής

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Η χρονική απόσταση που παρεμβάλλεται μεταξύ του σχολιαζόμενου γεγονότος και της δημοσίευσης της κριτικής αποτελεί καταρχήν αυτοτελές πρόβλημα για την επικαιρότητα της τελευταίας. Δεν διαφεύγει ούτε της προσοχής ούτε της μνήμης μας η τεράστια σημασία που απέδιδε ο αείμνηστος καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο ιδιοφυής και παγκοσμίου εμβελείας σκηνογράφος και σκηνοθέτης Στέφανος Λαζαρίδης, στην κατά το δυνατόν άμεση συγγραφή και δημοσίευση της κριτικής μετά την πρεμιέρα. Και θυμόμαστε ζωηρά, και με έναν τόνο νοσταλγίας, την αντιπαράθεσή μας με αυτόν τον χαρισματικό στο metier του άνθρωπο, προκειμένου να τον πείσουμε ότι στην Ελλάδα η κριτική ασκείται, από τους περισσότερους, ως ελευθέριο πάθος προσφοράς και όχι ως μέσο βιοπορισμού, ενώ δεν αποτελεί προτεραιότητα ακόμη και για ευρείας κυκλοφορίας έντυπα μέσα, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα είναι ευθέως ανεπιθύμητη, ιδίως εκείνη της μουσικής. Με τον στόχο της αμεσότητας να παραμένει, η κριτική, ωστόσο, προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα, όπως η πλησμονή ή απομείωση των καλλιτεχνικών γεγονότων, η μορφολογική τους μετάλλαξη ή πρόσμειξη, οι εν γένει μεταβαλλόμενες συνθήκες της περιρρέουσας πραγματικότητας. Και με αυτόν τον τρόπο επιβιώνει, εξελίσσεται και εμπλουτίζεται, τουλάχιστον όσο υπάρχουν ακόμη εκείνοι που ξεκουράζονται ή πείθουν εαυτούς ότι ξεκουράζονται από τη δούλεψή τους (εδώ παραλλάσσονται οι καβαφικοί στίχοι) μέσα από τη συχνά άχαρη υπηρέτηση της τέχνης που αγαπούν.

Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, η χρονική παρεμβολή μεταξύ γεγονότος και σχολιασμού παρέχει και αντισταθμιστικά οφέλη, αφού, όπως συμβαίνει εσχάτως στο πεδίο μάχης της εγχώριας λόγιας μουσικής, οι εξελίξεις παρουσιάζουν την ταχύτητα και την πυκνότητα πολεμικής ανταπόκρισης. Δύο όπερες επρόκειτο, λοιπόν, να παρουσιάσει η Εθνική Λυρική Σκηνή, μία για την έναρξη και μία για την κορύφωση των εκδηλώσεων της 60ετίας του Φεστιβάλ Αθηνών, στον ελαττωματικό για τη συγκεκριμένη χρήση, αλλά ανέκαθεν μαγικό χώρο του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού υπό την βαριάς μοναδικότητας σκιά της Ακροπόλεως. Δύο όπερες πασίγνωστες, απαιτητικές, επανειλημμένες μέχρι τελικής πτώσεως καλλιτεχνών και κοινού, γύρω από δύο ακατάβλητες femmes fatales του μελοδράματος, Τόσκα και Κάρμεν. Οι δύο εν τέλει περιορίσθηκαν σε μία, εκείνη δηλαδή των «ειδών» του Ιουνίου που πρόλαβε τις καταιγιστικές εξελίξεις των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων των ερχόμενων εβδομάδων: La Tosca!

Όπως, χωρίς να το αποκρύπτουμε, συνηθίζουμε τα τελευταία πολλά χρόνια, επιλέγουμε για την παρακολούθηση διανομή και ημερομηνία, η οποία, κατά την εκτίμησή μας, θα δικαιώνει περισσότερο τη συγκεκριμένη παραγωγή και το επίπεδο προόδου της προετοιμασίας της. Η εκτύλιξη της παραστάσεως της 16ης Ιουνίου οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι δεν είχαμε διατηρήσει ανάμνηση της παραγωγής του Hugo de Ana, ίσως διότι επρόκειτο μάλλον για mise en place, με έμφαση σε μνημειακών διαστάσεων σκηνικό, υποβλητικούς φωτισμούς και εύλογα κοστούμια, παρά για πραγματική υποκριτική διδασκαλία του έργου, που, αυτή τη φορά, εμπλουτίσθηκε από τη σύμπραξη της υπεύθυνης για την αναβίωσή της Κατερίνας Πετσατώδη με τους εξέχουσας εμπειρίας και διάκρισης πρωταγωνιστές. Σε κάθε περίπτωση, το σκηνικό λειτούργησε θεαματικά κυρίως στην α' πράξη, με τον τεράστιο εναποτεθειμένο Εσταυρωμένο και υποβλητικούς φωτισμούς να συντελούν στην κορύφωση του μουσικά και θεατρικά εμπνευσμένου Te Deum.

Αστέρι της βραδιάς υπήρξε η κυριολεκτικά χαρισματική Τσέλια Κοστέα, Τόσκα ονείρου με πλούσια σε όγκο, λυρισμό και χρώματα φωνή και θέλγητρα μιας ακτινοβόλας, ώριμης θηλυκότητας που κυριάρχησαν με άνεση στο αχανές του Ηρωδείου, πάνω απ' όλα όμως με λεπτολόγο ιδιοποίηση του κειμένου και με τόσο σπάνια στις μέρες μας ιδιωματική ιταλοπρέπεια της εκφοράς του. Στο πλευρό της, παρά τον κάπως σφιχτό φωνητικό μηχανισμό του και την περιορισμένη υποκριτική, στάθηκε επάξια ο Κορεάτης τενόρος Ρούντι Παρκ, που μάς κατέκτησε με τον έξοχο έλεγχο της αναπνοής, το απρόσμενα θαυμάσιο λεγκάτο, τo αδρό stile declamatorio της εξαγγελίας και την κρυστάλλινη άρθρωση του αδόμενου λόγου σε όλη την έκταση της τεσιτούρας του ρόλου! Ως βαρώνος Βιτέλιο Σκάρπια, τέλος, ο διεθνούς φήμης πλέον βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, αν και δεν διαθέτει τον όγκο που απαιτεί ιδεωδώς ο συγκεκριμένος χώρος, προσήλθε με θαυμαστή ωρίμανση μουσικής κατανόησης του ρόλου, ασφαλέστερη και εκφραστικότερη χαμηλή περιοχή, περισσότερο δηκτική απαγγελία, αλλά και μεγαλύτερη υποκριτική εγρήγορση, μετά την πρόσφατη εμπειρία του στο Πασχαλινό Φεστιβάλ Ζάλτσμπουργκ ως Τόνιο στους Παλιάτσους του Λεονκαβάλο, που είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε χάρη στη δορυφορική κάλυψη της αυστριακής τηλοψίας. Στο αυτοκρατορικό αυτό τρίο, για τα δεδομένα οποιασδήποτε σκηνής της οικουμένης, υποσημειώνουμε ευμενώς αντί άλλων τον Αντζελότι του Πέτρου Μαγουλά, τον μετρημένα πληθωρικό νεωκόρο του Δημήτρη Κασιούμη και τον Σπολέτα του Χαράλαμπου Αλεξανδρόπουλου, όλους και άλλους, χορωδούς και μουσικούς, υπό την ευφάνταστη και ριψοκίνδυνη μπαγκέτα του Λουκά Καρυτινού σε ένα ρεπερτόριο που γνωρίζει και διαχειρίζεται όσο ελάχιστοι στη χώρα μας. Μια παράσταση άξια εμπορικής κυκλοφορίας από την ΕΛΣ!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0