Του Λέανδρου Πολενάκη
Η συστηματική και επίμονη παραπληροφόρηση κάποιων μέσων εμφανίζει την απριλιανή λαίλαπα ως μια ήπια, αναίμακτη... σχεδόν φαιδρή μορφή δικτατορίας. Τίποτε από αυτά δεν αληθεύει. Όσοι ζήσαμε τα μαύρα εκείνα χρόνια, ξέρουμε καλύτερα. Το συγκλονιστικό βιβλίο του Περικλή Κοροβέση «Ανθρωποφύλακες», όπου περιγράφει τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη στο κολαστήριο της «Μπουμπουλίνας», είναι περισσότερο από μαρτυρία. Είναι μια προφητεία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Μεταφέρω εδώ το επίμετρο:
«Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της Γης δεν βοηθούσαν με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους την επέκταση και τη συνέχιση των βασανιστηρίων. Εδώ θα μπορούσαμε να εντάξουμε και ανθρώπους σαν τον ερευνητή του ΔΕΣ Μαρτί που δεν βρήκε την 'ταράτσα' ή σαν τον Αμερικανό γερουσιαστή Πουσίσκυ, που έφθασε στο συμπέρασμα ότι 'αι καταγγελίαι περί βασανιστηρίων και απανθρωπιών ήσαν καθαρά μυθεύματα'».
Με τη γερή και αδιαπραγμάτευτη ανθρωπιστική του βάση, το βιβλίο του Κοροβέση είναι όχι μόνο επίκαιρο, αλλά και αναγκαίο, σήμερα, πιο πολύ, όταν τείνει να επιβληθεί πάλι παγκόσμια ο αρχαίος, «ερπετικός» εγκέφαλος του αρπακτικού Κρο Μανιόν ανθρώπου, επικαλύπτοντας τον νεότερο του κατασκευαστικού Homo Erectus...
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει περιοριστεί στον ρόλο ενός απλού, παθητικού καταναλωτή των προϊόντων μιας καλπάζουσας τεχνολογίας, χωρίς να αφομοιώνει τα εξελικτικά στάδιά της, όπως ο παλιός τεχνίτης της πέτρας, που ενέγραφε μέσα του ως δημιουργία τη διαδικασία παραγωγής. Σήμερα καταπίνει αδιαμαρτύρητα όποια τροφή, υλική ή πνευματική, του σερβίρουν οι ερπετόμορφες, απάνθρωπες ηγεσίες, μια «ελίτ» τεχνογνωσίας επικουρούμενη από επιτελεία «ασπονδύλων» όντων. Και πρέπει γρήγορα να κάνουμε κάτι, πριν μας χαρακτηρίσουν οι επικυρίαρχοι ως καταναλώσιμο είδος... Το αυγό του φιδιού έχει σκάσει...
Ένα βιβλίο που μεταφράσθηκε σε οκτώ γλώσσες, η κυκλοφορία του σε όλον τον κόσμο έφθασε τα 150.000 αντίτυπα, ενώ έλαβε πάνω από 200 κριτικές στις χώρες όπου κυκλοφόρησε, πλην του μεταπολιτευτικού ελληνικού Τύπου, ο οποίος το αγνόησε προκλητικά. (Επισημαίνω ως τιμητική εξαίρεση το πρόσφατα άρθρο της Πέπης Ρηγοπούλου στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Πώς και γιατί συνέβη αυτό μας εξηγεί απερίφραστα, σε ανύποπτο χρόνο («Δέντρο», Δεκέμβριος 1983), ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος:
«... Ας βάλουμε το χέρι στην καρδιά και ας πούμε ότι η αντιστασιακή λογοτεχνία της περιόδου της χούντας, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν αντέχει ούτε στον χρόνο ούτε στην τραγικότητα της περιόδου που αναφέρεται. Και αυτό γιατί 'καπελώθηκε' σε μεγάλο βαθμό από ανάξιους και ατάλαντους κάθε ιδεολογίας, που επιβίωσαν χάρις στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, χάρις στην ευτέλεια και την ευκολία των καιρών, χωρίς να βιώσουν από κοντά το γεγονός (όχι με την τοπική σημασία της λέξης, αλλά με την ονομασία της ταύτισης του δέκτη με τον πομπό).
Θα ήθελα να προτείνω σαν επίλογο σε όλο αυτό το επικρατήσαν σκουπιδομάνι να ορίσουν το επόμενο έτος της ζωής τους σαν έτος σεμνότητας». Προσθέτω απ' την πλευρά μου ότι το βιβλίο του Κοροβέση δεν είναι λογοτεχνία με τη στενή έννοια του όρου, είναι το υπερατομικό βίωμα μιας γενιάς, ταύτιση πομπού και δέκτη.
Οι «Ανθρωποφύλακες» ανέβηκαν στο θέατρο σε μορφή μονολόγου -πολλές φωνές σε μία- για λίγες παραστάσεις, αλλά θα επαναληφθούν λόγω της μεγάλης επιτυχίας. («Θέατρο Βαφείο - Λάκης Καραλής»). Ήταν καιρός.
Η σκηνοθεσία του Χάρη Γιουλιάτου τονίζει εμφατικά το ανθρώπινο στοιχείο, για να δώσει, όχι τον ήρωα, αλλά τον «ώσπερ ημείς» μέσο άνθρωπο, που οι συνθήκες και η συνείδησή του τον οδηγούν να υπερβεί τα όριά του, σώζοντας ακέραιη την ανθρωπιά μας. Επιλέγει ένα ύφος λαβωμένης αλλά όχι ελλειπτικής «απλής αφήγησης», όπου ο πολύ καλός νέος ηθοποιός Πάνος Τζίνος, με ρέοντα λόγο και μετρημένη κίνηση, σε ρυθμό αύξοντα, ενσαρκώνει τον πάσχοντα διπλανό μας.
Με τα λιτά κοστούμια της Μέης Καραμανίδη, τους απλούς φωτισμούς της Έλενας Παπασταύρου, την ωραία μουσική του Νίκου Βογιατζάκη, το όμορφο, μεστό trailer των Θάνου Κερμίτση, Χάρη Γιουλάτου, τους επιμελημένους ήχους του Αντώνη Κουτελιά.