Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η πρώτη από τις δύο αθηναϊκές συναυλίες της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης στο Μέγαρο Μουσικής (15.2.2015) εγκαινιάσθηκε με την 3η συμφωνία, τη θεωρούμενη ως πλέον επικίνδυνη από τις 4 του Johannes Brahms και ταυτοχρόνως τη δημοφιλέστερη, λόγω και της αναγνωρισιμότητας της μουσικής του γ' μέρους μέσω της κινηματογραφικής ταινίας του Anatole Litvak του έτους 1961 «Goodbye Again», παρεμπιπτόντως γνωστότερης -και στην Ελλάδα- υπό τον γαλλικό τίτλο της «Aimez-vous Brahms...». Άρκεσαν λίγα μόνο μουσικά μέτρα προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια ανάγνωση με τέμπι πλατιά, με συνεχείς στάσεις σε επεισόδια της συμφωνικής ροής και με τη δωρική στωικότητα που έχουμε συνηθίσει από τον Κάρλο Μαρία Τζουλίνι, αν και σε άλλο επίπεδο υψιπέτειας. Ήταν προφανές, εξάλλου, ότι ο αρχιμουσικός Daniele Gatti προσήλθε αποφασισμένος να δοκιμάσει μέσα από αιρετικές αγωγικές επιλογές τη Rolls - Royce των Wiener Philharmoniker σε μιαν επικίνδυνη πορεία, χωρίς όμως το διακύβευμα απώλειας του αφηγηματικού μίτου, ορατό αν είχε στη διάθεσή του λιγότερο λαμπρό σχηματισμό. Και πραγματικά είχαμε καιρό να αντιμετωπίσουμε έναν Μπραμς τόσο προκλητικά αργό και μεγαλόστομο, λυδία λίθο διαχείρισης του αγωγικού τεμαχισμού ενός κατ' όνομα πλέον εναρκτήριου allegro con brio, μολαταύτα με αδιόρατες μεταβάσεις και μαεστρία στη δόμηση των ενδιάμεσων κορυφώσεων. Κοπιώδης υπήρξε και η εκτύλιξη του andante, με συνεχή αλλά ασφαλή, ως προς την αρχιτεκτονική της μουσικής, «κυοφορία» του ενός «σταθμού» από τον προηγούμενό του, επιλογή που επισφραγίστηκε από την εξίσου επώδυνη πορεία ολοκλήρωσης των δύο τελευταίων κινήσεων της Συμφωνίας.
Με αυτό το προηγούμενο η 1η συμφωνία, που ακολούθησε μετά το διάλειμμα, εκδηλώθηκε, ήδη από την αδήριτη έναρξή της, ως ερμηνευτικά αντιστικτική, με φυσική ροή, άνετη και ζωηρή ρυθμική αγωγή και, εν τέλει, χώρο για άνθηση του συνδυαστικού κάλλους των οργανικών ομάδων αυτής της αυτοκράτειρας μεταξύ των ορχηστρών. Αν για την 3η κυριαρχούσε πίσω από τον Γκάτι η αυστηρή μορφή ενός Τζουλίνι, η βιεννέζικη Gemütlichkeit της 1ης ανακάλεσε ανακουφιστικά έναν Karl Böhm, έστω κι αν ο δικός του βιεννέζικος κύκλος είχε υποτιμηθεί όταν κυκλοφόρησε στα 1975, ίσως εξαιτίας της κλειστοφοβικής εγγραφής. Σε κάθε περίπτωση, ο διάλογος, στο andante sostenuto και όχι μόνο, των χρυσών εγχόρδων με τα μαγικά ξύλινα, ικανά για φράσεις με εκκίνηση από το πλέον αδιόρατο piano, πρέπει να ακουστεί στην αίθουσα, προκειμένου να καταγράψει πλήρη βιωματική μετενέργεια. Η συναυλία ολοκληρώθηκε με το γνωστό θέμα της καταληκτικής κίνησης να εξαντλεί τα περιθώρια έμφασης στην μπετοβενική του αναφορά.
Η θεωρούμενη ως «ποιμενική» 2η συμφωνία εγκαινίασε τη συναυλία της επομένης, σηματοδοτώντας την επαναφορά στην οπτική της αενάως κυοφορούσας στωικότητας, που ωστόσο ταχέως εξέπεσε σε στομφώδη θεατρικότητα οδηγώντας σε κατακερματισμό του αγωγικού παλμού και σε παρεμβατική αποθέωση της στιγμής, προβλέψιμη πλέον και αντιστοίχως οχληρή, ακόμη κι αν αφορούσε λ.χ. την εκστατική είσοδο των τσέλων στην αργή κίνηση. Αισθανθήκαμε για πρώτη φορά να αναπολούμε -ενδεικτικά- την κατ' επίφαση ανεπιτήδευτη προσέγγιση ενός Bruno Walter, από τις μονοφωνικές εγγραφές του οποίου προσηλυτισθήκαμε κάποτε στα έργα. Στο πλαίσιο αυτό αξιολογούμε τα ποικίλματα της επανέκθεσης του θέματος του γ' μέρους, που παρέπεμπαν σε da capo άριας μπαρόκ (!), ως απλό ακκισμό, ενώ η βασανιστική σμίλευση των φράσεων στο βωμό επιμήκυνσης της προετοιμασίας των κλιμακώσεων αποδιοργάνωσε εν τέλει το έργο και τον δομικό του αντίκτυπο.
Και όμως, ω του θαύματος, η 4η συμφωνία, που ολοκλήρωσε τη βραδιά, σηματοδότησε εκ νέου επάνοδο στο μέτρο, επιτρέποντας να κορυφωθεί η συγκίνησή μας από τον χρυσό και ασημένιο ποταμό των βιεννέζικων εγχόρδων, από τον παθητικό υπαινιγμό του αυλού στη 12η παραλλαγή του 4ου μέρους και, συνολικά, από την επίγνωση του προνομίου απόλαυσης μιας εξαίσιας παράδοσης. Γιατί, λοιπόν, αυτή η απόσταση ανάμεσα στα ζεύγη 1η - 4η αφ' ενός και 2η - 3η αφ' ετέρου; Μήπως γιατί το επίπεδο ιδιοποίησης των έργων από τον μαέστρο δεν ήταν ομοιόμορφο, αλλά η ανάγκη παρουσίασης των συμφωνιών ως κύκλου απλώς επέβαλε συμβιβασμούς; Μόνον ο ίδιος ο Γκάτι γνωρίζει, εμείς απλώς τολμούμε να υποθέτουμε...