"Δεν ξέρω πώς να αναλύσω τη λέξη πατρίδα, πατρίδα είναι το παν" μου έλεγε όταν τη ρώτησα γι' αυτή την όμορφη και παράξενη λέξη. Σηκώθηκε όμως, πήγε στο γραφείο της κι έφερε ένα προσεκτικά φυλαγμένο κειμήλιο. Σαν ταυτότητα μου φάνηκε. "Πάντα κουβαλούσα μαζί μου, από τον Δημοκρατικό Στρατό ακόμα, διπλωμένο στο βιβλιάριο αξιωματικού, είχα πάντα μαζί μου το ποίημα του Παλαμά 'Οι Πατέρες': 'Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις, / όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις'".
Θυμήθηκα τη Μαρία Μπέικου κοιτάζοντας το πρόσωπο του ποιητή, έτσι όπως στέκεται με το κεφάλι γερμένο, ακουμπισμένο στην αριστερή παλάμη, και το πρόσωπο μαυρισμένο από το χέρι κάποιου, παιδιού ίσως...
Το άγαλμα που πληγώνουμε σε μια άτσαλη, αλλά πολύ πληγωμένη εποχή. Στις μέρες μας δηλαδή, που οι πατέρες ίσως δεν έχουν τι να πουν στα παιδιά κι εκείνα, πληγωμένα πολύ, πληγώνουν πρόσωπα χωρίς να τα αναγνωρίζουν, πληγώνουν το μέλλον τους χωρίς να το γνωρίζουν.
Πόλυ Κρημνιώτη