"Είμαστε μια χώρα χωρίς μνήμη... γι' αυτό και δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε το σήμερα". Με αυτά τα λόγια, ο ζωγράφος Γιώργος Χατζημιχάλης θέλησε να ερμηνεύσει το γεγονός ότι ο Κοσμάς Ξενάκης (1925-1984), "κεντρική, πρωταγωνιστική μορφή στα εικαστικά δρώμενα των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, σταδιακά και χωρίς λόγο λησμονήθηκε"...
Αυτήν τη λήθη επιχειρεί να θεραπεύσει η μεγάλη αναδρομική έκθεση στο πολύπλευρο έργο του, που εγκαινιάστηκε χθες στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς.
"Χρειαζόμαστε αναδρομικές των μεγάλων ζωγράφων μας", παρατήρησε ο επιμελητής της Γ. Χατζημιχάλης, "έτσι ώστε να αποκαταστήσουμε τα κενά". Η προηγούμενη, άλλωστε, αναδρομική στο έργο του Ξενάκη έγινε από την Εθνική Πινακοθήκη πριν από 25 χρόνια.
Για μια "διανόηση ορθολογισμένη, που αναβλύζει αισθαντικότητα μέσα από το έργο του", έκανε λόγο ο Άγγελος Δεληβορριάς, για να επισημάνει ότι σε μια εποχή "πειραματισμών, αποδομήσεων και αναθεωρήσεων, έχουμε ανάγκη τις σταθερές ηθικές αξίες της ζωγραφικής".
Ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας και πολεοδόμος, αλλά και δημιουργός "πολύτεχνων" περφόρμανς κατά τη δεκαετία του '60, ο Κοσμάς Ξενάκης ήταν ένας καλλιτέχνης που πειραματιζόταν διαρκώς με τη μορφή, τα υλικά, αλλά και την ίδια την έννοια του καλλιτεχνικού έργου.
Ξεκίνησε να ζωγραφίζει από πολύ μικρός, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1940, στη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. Υπήρξε στενός φίλος με τον Τσαρούχη και τον Διαμαντόπουλο, κάτι που αποτυπώνεται και στα έργα του της πρώτης περιόδου. Σε αντίθεση με τους μεγαλύτερους αδελφούς του, τον μουσικό Ιάννη και τον φιλόσοφο Ιάσονα, παρέμεινε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε, παράλληλα, ως πολεοδόμος στο γραφείο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη. Ο πρόωρος θάνατός του όμως, σε ηλικία 59 ετών, συνέβαλε στη λήθη του έργου του.
Η αναδρομική έκθεση, που συνδιοργανώνεται με το ΜΙΕΤ, θα διαρκέσει έως τις 10 Μαΐου.
Σ.Κ.