Live τώρα    
«Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας / Η περσόνα του Ποιητή
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας / Η περσόνα του Ποιητή

Του Λέανδρου Πολενάκη

Η παλαιότερη φιλολογική διαμάχη για την προτεραιότητα της μορφής ή του περιεχομένου σε ένα έργο τέχνης δεν ισχύει πια. Σήμερα, προκειμένου για τα έργα λόγου, χρησιμοποιούμε τον όρο «κείμενο», θέλοντας να δείξουμε την αδιάσπαστη ενότητα μορφής και ουσίας.

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» θεωρείται ομόφωνα ως το καλύτερο και αρτιότερο δομικά έργο του Τέννεση Ουΐλλιαμς. Ένα πλήρες έργο, στο οποίο δεν μπορεί κανείς να προσθέσει ή να αφαιρέσει μια λέξη.

Πρόκειται για μια σύγχρονη τραγωδία, του Ποιητή, καταδικασμένου να μένει πάντα ξένος σε έναν κόσμο εχθρικό, μεταφορικά και κυριολεκτικά ανθρωποφαγικό. Διαθέτει ως άξονα δύο μεγάλους μονόλογους: την περιγραφή του φρικτού δείπνου των αρπακτικών πουλιών που σπαράζουν τις νεογέννητες χελώνες στα νησιά Γκαλάπαγκος του Ειρηνικού, και εκείνη του διασπαραγμού του ποιητή Σεμπάστιαν Βέναμπλ, σαν ενός άλλου Διόνυσου, από τα πεινασμένα παιδιά μιας ισπανόφωνης ακτής, της «Καμπέθα ντε Λόμπο» (Κεφάλι του λύκου). Και οι δύο πιο πάνω εικόνες μάς δείχνουν, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα, συμπληρώνοντας η μία την άλλη, «το φοβερό πρόσωπο του θεού». Πρόκειται για δύο συνταρακτικές εξαγγελτικές ρήσεις μιας «συνοπτικής» τραγωδίας που εκτυλίσσεται στο υπόλοιπο έργο, με δίδυμο θέμα την αθωότητα της σάρκας και τον «καταραμένο έρωτα» που ξεσκίζει. Δεν θα απέκλεια εντελώς την πιθανότητα το έργο να αποτελεί μια συγκαλυμμένη ελεγεία στον άδικα χαμένο Ισπανό ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, καθώς περιέχει αρκετά στοιχεία της ζωής και του θανάτου του, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να εξετάσουμε περισσότερο εδώ. Η εκδοχή του «Αγίου Σεβαστιανού», εραστή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού, που εκτελέστηκε με τρόπο μαρτυρικό, είναι εξίσου πιθανή, αλλά ο συγγραφέας εισάγει το ομόφυλο στοιχείο με τρόπο αρκετά υπαινικτικό και διακριτικό. Προφανώς, όχι για λόγους σεμνότητας, ούτε, όπως ειπώθηκε, αποφυγής της επίσημης λογοκρισίας, αλλά πιο πολύ από ανάγκη αυτολογοκρισίας του συγγραφέα, για να μη φορτώσει την ποιητική και συμβολιστική φόρμα του έργου με ρεαλιστικά στοιχεία που δεν τα αντέχει. Πόσο μάλλον που ο κεντρικός ήρως (η περσόνα του Ποιητή), δεν εμφανίζεται ποτέ στη σκηνή! Όπως, παρόμοια, δεν εμφανίζεται ο άνδρας ήρως στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα. Τον «βλέπουμε» μόνο μέσα από τα μάτια των αντίζηλων, ερωτευμένων γυναικών.

Θα επαναλάβω ότι το έργο, όπως μας παραδόθηκε, είναι κάτι περισσότερο από άρτιο και δεν αντιλαμβάνομαι τους λόγους που η σκηνοθεσία επανέφερε κομμάτια τα οποία είχε αφαιρέσει ο συγγραφέας, όπως το ποίημα για τον Άγιο Σεβαστιανό. Ή πρόσθεσε την αυθαίρετη, μη δικαιολογημένη δραματικά, τελική σκηνή προσχώρησης στον «καταραμένο» ερωτικό κύκλο του γιατρού Τσουκρόβιτς. Τα βίντεο με τις ρωμαϊκές στολές κ.λπ. είναι αταίριαστα με το υπόλοιπο, λυρικό κλίμα της παράστασης.

Πέρα από τις πιο πάνω επιμέρους ενστάσεις, η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαυρίκιου βλέπει στο βάθος και προωθεί την εκλεκτική συγγένεια των δύο κειμένων, επιλέγοντας ένα ύφος μεικτό, ρεαλισμού και ονείρου, με τους σκιώδεις φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, τις «άυλες» μουσικές του Στάθη Σκουρόπουλου, τα ωραία σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονιάδη και τα άψογα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου να στηρίζουν τις καλά δουλεμένες υποκριτικές. Τα πρόσωπα βγαίνουν σαν μέσα από το ημίφως του ομαδικού ασυνειδήτου για να σταθούν μπροστά μας και να «παίξουν» το δράμα τους. Η Μπέττυ Αρβανίτη, σε μια στέρεη ψυχαναλυτική ερμηνεία, δίνει με ισχυρά υποκριτικά επιχειρήματα την τρομερή, αρχετυπική σεληνιακή μητέρα - θεά (όπως η Μπερνάρντα στο έργο του Λόρκα), με το δεσπόζον, μνημειακό και ανδρόβουλο μητρικό της Υπερεγώ, που σκιάζει τον ήλιο - πατέρα.

Η Λουκία Μιχαλοπούλου ενσαρκώνει συναρπαστικά το αντίπαλο δέος, τη νεαρή, χυμώδη γυναίκα - σώμα με τις ανάγκες της, προεκτείνοντας δημιουργικά τον ρόλο τής μεσογειακής, λορκικής «Αμέλια», ως τη δαιμονισμένη σαρκικά Αμερικανίδα του Νότου, Κάθριν.

Ο Αλέξανδρος Βάρθης (δρ. Τσουκρόβιτς) έχει αρκετές καλές στιγμές, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη (κυρία Χόλυ) αποτυπώνει δυνατά τον ρόλο της, ο Γιάννης Φλουράκης δίνει «σωστά» τον Τζόρτζ Χόλι και η Άννα Πατητή την «αδελφή Φελίσιτι».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0