Του Λέανδρου Πολενάκη
Το σημείωμά μου της προηγούμενης Κυριακής ήταν αφιερωμένο στον Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ. Παιδί μιας «χαμένης γενιάς» ο συγγραφέας, αποτύπωνε προφητικά στις ταινίας του και στα δράματα την αγωνία του συγχρόνου ανθρώπου, εγκλωβισμένου στο αδιέξοδο της θεσμικής βαρβαρότητας, προτείνοντας ένα τρόπο διαφυγής από αυτήν, χωρίς αναγωγή στο μηδέν του πολιτισμού και μακριά από τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Δεν πρόλαβε, όπως τόσοι άλλοι, να ολοκληρώσει το όραμά του, αλλά άφησε πίσω του έργο. Ένας «Άμλετ» των καιρών μας. Μας άφησε ως παρακαταθήκη τα τελευταία, γεμάτα ελπίδα, λόγια του ήρωα του Σαίξπηρ, όταν προτρέπει τον Οράτιο «να ζήσει για να δημιουργήσει» επάνω στα ερείπια του παλιού κόσμου.
Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ, που έγραψε το 1971 σε ηλικία 26 χρονών και γύρισε ο ίδιος σε ταινία μέσα σε δέκα ημέρες ένα χρόνο αργότερα, είναι ένα ιδιοφυές «μελόδραμα», που άνοιξε καινούργιους δρόμους στη θεατρική γραφή. Πρόκειται (μεταφέρω από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού), «για μια σπουδή επάνω στα στάδια της ερωτικής σχέσης, ανεξάρτητα από το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό των εμπλεκομένων, με έμφαση στο πλέγμα των αλληλοεξαρτήσεων που τη συγκροτούν». Το τελευταίο σημαίνει, με απλά λόγια, ότι ο συγγραφέας ασκεί εντονότατη κριτική στις κοινωνικές συνθήκες καταπίεσης και υποταγής που διαμορφώνει ο καπιταλισμός, μάλιστα σε συνδυασμό με την, κυρίαρχη σήμερα, προτεσταντικής προέλευσης, αντίληψη του άκρατου οικονομικού ντετερμινισμού, όπως απέδειξε περίτρανα ο σπουδαίος αναλυτής Μαξ Βέμπερ.
Τα Πικρά δάκρυα παίζονται στο Εθνικό, σε σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου, στην ικανή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ενδυματολογική επιμέλεια της ίδιας και αρμόζοντα σκηνικά του Σταύρου Λίτινα.
Η σκηνοθέτιδα θέλησε, έχω την εντύπωση, να «πατήσει» αποκλειστικά στο πρώτο σκέλος του δυώνυμου: «σπουδή στην ερωτική σχέση ανεξαρτήτως του φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού των εμπλεκομένων / με έμφαση στο πλέγμα των κοινωνικών αλληλοεξαρτήσεων που την συγκροτούν», αγνοώντας το δεύτερο. Αλλά η πρόταση δεν επαληθεύεται έτσι, και το έργο αδυνατίζει, γίνεται ένα σκέτο μελόδραμα χωρίς την ιδιοφυΐα του συγγραφέα. Η σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου έδωσε το έργο δίχως την περιρρέουσα «σκιά» του. Αφαίρεσε το πολιτικό περιεχόμενο, επιμένοντας μόνο στο ανορθόδοξο ερωτικό. Είναι σαν να διαβάζουμε τον Καβάφη όπως επιτάσσει ένας νεοφανής συρμός, υπό το πρίσμα μόνο της ερωτικής του ιδιαιτερότητας, παραγκωνίζοντας όλα τα άλλα στοιχεία: το ιστορικό και το κοινωνικό του υπόβαθρο.
Σε αυτό το πλαίσιο λειτούργησαν οι ηθοποιοί της παράστασης, πειθαρχώντας. Η σκηνοθεσία δεν εκμεταλλεύτηκε το υποκριτικό εύρος της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη («Πέτρα»), αλλά την έκλεισε στο σφραγισμένο ερμητικά «κουτί» μιας ανικανοποίητης, αδιέξοδης ερωτικής σχέσης. Επειδή το δράμα της ηρωίδας δεν αντανακλά μόνο μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, αλλά μια κοινωνία χειραγωγούμενη πλήρως από την «ελίτ» του χρήματος, ασχέτως φύλου. Το «ομόφυλο» κατά κανένα τρόπο δεν αποτελεί πυρήνα του έργου, χρησιμοποιείται περιστασιακά και προσχηματικά για να δείξει το ενιαίο και αδιαίρετο του έρωτα σε αντίστιξη με τη συμβατική, εκχρηματισμένη και κατακερματισμένη αστική εκδοχή του. Εξιδανικεύοντάς το, η διδασκαλία ακολούθησε εντελώς αντίθετο δρόμο, πέφτοντας, φοβάμαι, σε μια στημένη παγίδα του συγγραφέα.
Η Παρθενόπη Μπουζούρη («Μαρλένε») τυλίγει σε χαρτί πολυτελείας μια κέρινη άψυχη κούκλα και η Άντζελα Μπρούσκου («Σιντονί»), εξωτερικεύει το άλλο της μισό, τη σκληρή «αφέντρα». Η Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου («Γκάμπι») αναπτύσσει το στοιχείο της άνευ όρων παθητικής υποταγής, δίχως, όμως, αναγωγή του ρόλου στον μοιραίο έρωτα του κενού και στην έλξη του ανέφικτου. Η Γιούλικα Σκαφιδά («Κάριν») δίνει με πολύ καλή τεχνική ένα ενδιαφέρον, ανυπότακτο αγριμάκι, αλλά χωρίς το λίγο φως (και μακρινό) του ανομολόγητου μέσα πόνου. Η Ρίκα Διαλυνά («Βαλερί Φον Κάντ»), ζωγραφίζει με τον οικείο της τρόπο την μεγαλοαστή, κοσμοπολίτισσα κυρία.
Οι φωτισμοί (Νίκος Βλασσόπουλος) και η μουσική (Nalyssa Green) συμβαδίζουν ευθέως με τη σκηνοθεσία.