Ο Απόλλων Κουσκουμβεκάκης έχει πολύχρονη και πολύπλευρη παρουσία στο ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι. Με θεμέλιο μια στέρεη μουσική παιδεία η οποία ξεκίνησε με σπουδές κλασικής κιθάρας, συνεχίστηκε με θεωρητικά και σύνθεση και ολοκληρώθηκε με ένα μεταπτυχιακό στη σύνθεση αλλά επιπλέον και στη διεύθυνση ορχήστρας στην Αμερική έχει να επιδείξει αξιολογότατη δραστηριότητα σε πολλούς τομείς, πριν απ' όλα ως σολίστ της κιθάρας και επίσης σαν ενορχηστρωτής και μαέστρος (κυρίως με την Athens Chamber Orchestra) αλλά βέβαια και μεγάλο διδακτικό έργο. Το μόνο που δεν μας είχε δείξει ως τώρα ήταν οι συνθετικές του ικανότητες αλλά, έστω και με καθυστέρηση, το έκανε και μάλιστα με έναν πολύ όμορφο και - με την σεμνότητα που πάντα τον διακρίνει – λίαν εντυπωσιακό τρόπο με το «Ο Νοέμβρης Των Ματιών Της» που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις Εκδόσεις Μετρονόμος του Θανάση Συλιβού.
Στον δίσκο αυτό ο Απόλλων Κουσκουμβεκάκης αναδεικνύει το συνθετικό του ταλέντο ξεδιπλώνοντας κάθε πτυχή της μουσικής του προσωπικότητας, γράφει ορχηστρικά θέματα αλλά και τραγούδια που εκτελεί εξαιρετικά η Athens Chamber Orchestra υπό την διεύθυνση του και τα διανθίζει με θαυμάσια σύντομα κιθαριστικά ιντερμέτζα. Ολα τους όμως διαθέτουν μια γνήσια μουσικότητα και μια πηγαία μελωδικότητα αλλά και μια βαθιά ευαισθησία η οποία, κατά τη γνώμη μας τουλάχιστον, εκκινεί κατ' αρχήν από τους Γάλλους ιμπρεσιονιστές συνθέτες και περνάει εκ των λυρικότερων Ελλήνων δημιουργών πριν εκδηλωθεί με έναν σαγηνευτικά προσωπικό τρόπο. Πρόκειται για ένα άκουσμα λίγο «παλαιομοδίτικο» ίσως αλλά καθόλου «ρετρό» ή, ακόμα χειρότερα, ,μελό, αντίθετα μάλιστα, όπως λέει και ο ίδιος, απόλυτα ειλικρινές με τον εαυτό του και τους δέκτες του και αληθινά τρυφερό και γι' αυτό εντέλει ουσιώδες, με κυριότερη ίσως αρετή του το ότι προκύπτει από έναν κοπιώδη και δύσκολο συγκερασμό πολλών στοιχείων και δεν βασίζεται στον εύκολο, επιφανειακό εντυπωσιασμό ενός και μόνον, όσο καλό και αν είναι αυτό. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο δηλαδή από ό,τι θα περίμενε κανείς από έναν μουσικό για τον οποίο η σκληρή δουλειά και το ήθος δεν πρέπει απλά να ακολουθούν το ταλέντο αλλά να είναι ταυτόσημα μαζί του...
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
Αν και έχετε κυκλοφορήσει αρκετούς δίσκους ως εκτελεστής, με παλαιότερα ή νεότερα έργα για κιθάρα, αυτή είναι η πρώτη φορά αν δεν κάνω λάθος που παρουσιάζετε έναν δικό σας. Η συνθετική σας πλευρά άργησε να εκδηλωθεί ή απλά δεν είχε την ευκαιρία να το κάνει ως τώρα;
Έχω κυκλοφορήσει γύρω στους δέκα δίσκους ως σολίστ κλασικής κιθάρας, ερμηνευτής μουσικής δωματίου και ενορχηστρωτής. Το «Ο Νοέμβρης Των Ματιών Της» είναι ο πρώτος μου δίσκος ως πρωτογενής δημιουργός. Τον έκανα όταν, υπακούοντας στην ανάγκη να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου και αυτούς που παρακολουθούν τη δουλειά μου, ένιωσα ότι αυτό που καταθέτω είναι πραγματικά δικό μου και όχι «μνήμες» από την πολύχρονη ενασχόλησή μου με τη μουσική.
Το εκτελεστικό, συνθετικό και διευθυντικό σας έργο είναι τρία εντελώς ξεχωριστά πράγματα ή διαφορετικές πτυχές της ίδιας μουσικής προσωπικότητας;
Η εκτέλεση, η ενορχήστρωση, η διεύθυνση και τώρα η σύνθεση είναι διαφορετικές εκφράσεις της βαθιάς μου ανάγκης να εξελίσσομαι, να μαθαίνω και να προσεγγίζω τη μουσική με διαφορετικούς τρόπους. Πιστεύω όμως πως ό,τι κάνω χαρακτηρίζεται από μια κοινή αισθητική που είναι. προσωπική μου.
Πώς βρήκατε το θάρρος αλλά και το κουράγιο να χρηματοδοτήσετε ο ίδιος και να κάνετε μια τόσο φιλόδοξη και κυρίως πολυδάπανη δουλειά σε καιρό μιας τόσο δεινής δισκογραφικής – και όχι μόνο – κρίσης;
Γνωρίζω καλά ότι σε μια εποχή βαθιάς κρίσης, οικονομικής και πολιτιστικής, όταν ακόμα και τα «εμπορικά» ονόματα της ελληνικής δισκογραφίας ηχογραφούν με τρεις – τέσσερις μουσικούς και μοιράζουν τον δίσκο τους μέσω εφημερίδων, το να χρηματοδοτήσω μια παραγωγή με εικοσιπενταμελή ορχήστρα και καμία έκπτωση σε όλες τις αισθητικές παραμέτρους του δίσκου αποτελεί μεγάλο ρίσκο. Προτίμησα όμως, ως άνθρωπος της δράσης, να το κάνω αντί να «κλαίω» στο σπίτι μου για την κρίση!
Επιδιώξατε η ημερομηνία της κυκλοφορίας του δίσκου σχεδόν να συμπέσει με το Νοέμβρη που αναφέρεται στον τίτλο ή ήταν σύμπτωση;
Ναι, το επιδίωξα. Ήθελα ο δίσκος να κυκλοφορήσει το Νοέμβρη και γιατί αυτός αναφέρεται στον τίτλο αλλά κυρίως γιατί όλη η ατμόσφαιρα του CD, τα χρώματα και τα αρώματα της μουσικής, είναι φθινοπωρινά.
Τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο τίτλος, τουλάχιστον για εσάς προσωπικά;
Θα σου απαντήσω με ένα απόσπασμα από το κείμενο μου στο ένθετο του δίσκου: «...Ο Νοέμβρης των ματιών της είναι η μουσική των μελαγχολικών ηρώων που τραγουδούν για το χαμένο χρόνο, καταδικασμένοι σε αέναη αναζήτηση, γνωρίζοντας ότι καμιά μεγάλη αλήθεια δεν θα καταδεχθούν ποτέ να βρουν».
Υπάρχει κάποιο concept, κάποια κεντρική ιδέα πίσω από το album;
Η κεντρική ιδέα του δίσκου είναι η αναζήτηση του έρωτα και η επώδυνη μα και λυτρωτική αίσθηση ότι η μόνη αλήθεια είναι η αναζήτηση της αλήθειας.
Μου έκανε εντύπωση το ότι δεν είναι ούτε μόνο τραγούδια ούτε ένα αμιγώς ορχηστρικό έργο αλλά ένας συνδυασμός αμφοτέρων. Πώς και γιατί καταλήξατε στο να μην επιλέξετε ή το ένα ή το άλλο;
Λατρεύω τον ήχο αυτής της κλασικότροπης ορχήστρας δωματίου με τα ηχοχρώματα των ξύλινων πνευστών και των εγχόρδων να κυριαρχούν, από την άλλη όμως η ενορχήστρωση δεν είναι «πιανοκεντρική» όπως σε πολλές άλλες αξιόλογες δουλειές ανάλογου ύφους. Και τα τραγούδια συνοδεύονται από τα ίδια ορχηστρικά χρώματα, έτσι ελπίζω ότι η εναλλαγή των ορχηστρικών θεμάτων με τα τραγούδια αλλά και τα κιθαριστικά ιντερλούδια να καθιστούν την ακρόαση του δίσκου πιο ενδιαφέρουσα.
Ποια μουσικά είδη και ποια συγκεκριμένα ονόματα ίσως αναγνωρίζετε ο ίδιος ως πηγές έμπνευσης ή εκκινήσεις για το υλικό σας στη συγκεκριμένη δουλειά;
Είναι αναπόφευκτο να έχω υποσυνείδητες αναφορές σε ό,τι αγάπησα όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με τη μουσική και αγάπησα πολλά! Τα progressive rock συγκροτήματα, τους προκλασικούς, κλασικούς και ρομαντικούς συνθέτες της λόγιας μουσικής, τους μεγάλους Ελληνες συνθέτες τραγουδιών όπως ο Κώστας Γιαννίδης και ο Αττίκ, βεβαίως τον Μάνο Χατζιδάκι αλλά και τους μεγάλους Ιταλούς συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής Nino Rota, Nicola Piovani και Ennio Morricone.
Θα λέγατε ότι τόσο ως προς τις καταβολές όσο και στις προθέσεις του είναι ένας «ελληνικός» δίσκος ή αντίθετα ο προσανατολισμός του είναι πιο διεθνής;
Εξαρτάται τι εννοούμε «ελληνικό»...Ελληνικό για εμένα είναι το ελεύθερο, ανοικτό πνεύμα του Οδυσσέα που γυρνάει τον κόσμο, ρουφάει χρώματα, αρώματα, μουσικές και μετά, μ' έναν εξαίσιο τρόπο, τα μετατρέπει σε κάτι μοναδικό. Με αυτήν την έννοια πολύ θα ήθελα ο δίσκος μου να είναι «ελληνικός»!
Τι σας έκανε να επιλέξετε δύο τόσο διαφορετικές μεταξύ τους φωνές αντί να αναθέσετε όλα τα τραγούδια σε μία μόνον από αυτές οπότε το υλικό ίσως να ήταν και πιο ομοιογενές, άρα πιθανά και πιο εύκολα αποδεκτό;
Σε όλα τα προγράμματα που επιμελήθηκα με την Athens Chamber Orchestra και την Αθηναϊκή Mαντολινάτα με θέματα από το ελληνικό τραγούδι υπήρχε πάντα αυτό το δίλημμα, να χρησιμοποιήσουμε λυρικές φωνές (αυτές με την τεχνική που χρησιμοποιείται στην όπερα) ή λαϊκές; Αυτή τη φορά επέλεξα και τα δύο, από τη μια η Ειρήνη Τουμπάκη με το ζεστό λαϊκό ηχόχρωμα της και από την άλλη η Κλεονίκη Δεμίρη με την αψεγάδιαστη λυρική τεχνική της δημιουργούν ένα, κατά τη γνώμη μου, γοητευτικό contrast καθώς ο ερμηνευτικός χαρακτήρας της μίας συμπληρώνει εκείνον της άλλης.
Θα χαρακτηρίζατε αυτή τη δουλειά «ρομαντική» ή απλά τολμάει να αποτυπώνει, τόσο με τις φωνητικές ερμηνείες όσο και ακόμα περισσότερο με την μουσική και τον ήχο της, συναισθήματα με περισσότερη ειλικρίνεια μα και ένταση από όση συνηθίζεται;
Θα την χαρακτήριζα «νεορομαντική»...Το στοιχείο που κυριαρχεί είναι η μελωδία, δεν ήθελα να δημιουργήσω απλά μια όμορφη ατμόσφαιρα αλλά να δεσπόζει μια ενδιαφέρουσα μελωδία. Και εδώ ήταν όλη η δυσκολία του εγχειρήματος, στο πως να φτιάξω μια μελωδία που να μην είναι ελιτίστικη, να μην είναι φτηνή και τόσον η ύπαρξή της όσο και η επεξεργασία της να έχουν στοιχεία προσωπικού ύφους...Το μόνο πάντως για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι η δουλειά μου είναι συναισθηματικά ειλικρινής.
Πιστεύετε ειλικρινά ότι υπάρχει κοινό σήμερα στην Ελλάδα για έναν τέτοιο δίσκο; Αν ναι, υπάρχει δυνατότητα να έρθει σε επαφή μαζί του, με συναυλίες ή με άλλους τρόπους και τι σκοπεύετε να κάνετε για αυτό;
Φυσικά και υπάρχει! Είναι αυτό που ονομάζω «ο μέσος ευαίσθητος ακροατής», το θέμα και η δυσκολία είναι πως θα φτάσει σ' αυτόν. Για την τηλεόραση, που είναι η μεγάλη δύναμη, είναι αστείο ακόμα και να το συζητάμε και τα ραδιόφωνα είναι επίσης δύσκολη ιστορία αλλά...θα το παλέψουμε. Από εκεί και πέρα υπάρχει το Διαδίκτυο και οι συναυλίες...
Γενικότερα υπάρχει χώρος για να σταθεί, να αναπνεύσει και τελικά να υπάρξει τέτοια μουσική αλλά και συνολικά πολιτισμός και πνεύμα στην Ελλάδα του '14 ή πλέον τα έχουν πνίξει και σκοτώσει ολοκληρωτικά;
Θέλω να πιστεύω ναι, όσο δύσκολα και αν είναι τα πράγματα στην Ελλάδα του '14 δεν μπορεί, κάποια χαραμάδα θα υπάρχει. Κάθε ημέρα κυκλοφορούν καλοί δίσκοι, εκδίδονται αξιόλογα βιβλία, ανεβαίνουν σημαντικές παραστάσεις, γενικότερα πολλοί καλλιτέχνες αντιστέκονται με το έργο τους στο σκοτάδι και αυτό αφορά αρκετούς.
Αισιόδοξος για μια πνευματική και συνολική διαφυγή προς ένα καλύτερο μέλλον για την χώρα μας ή όχι; Αν ναι, πώς και από πού θα προέλθει;
Οφείλω να είμαι αισιόδοξος! Η αλλαγή θα έρθει από εμάς, πρέπει να την επιβάλλουμε κατ' αρχήν με την ψήφο μας, επιλέγοντας προσεκτικότερα τους ηγέτες μας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε την τρομακτική μας αμάθεια – ή ημιμάθεια - και να απαιτήσουμε καλύτερη παιδεία για τα παιδιά μας, να αρχίσουμε επιτέλους να απαιτούμε σεβασμό γι' αυτά που εμείς δημιουργούμε και όχι μόνο για τα δημιουργήματα των προγόνων μας.
Και τελειώνοντας, τι σχεδιάζετε και ετοιμάζετε για το άμεσο τουλάχιστον μέλλον;
Θα παρουσιάσω ντο δίσκο, με την προσθήκη κάποιων ακόμα τραγουδιών, με ένα μικρό μουσικό σχήμα σε συναυλίες και μουσικές σκηνές. Κάνω κάποιες επαφές για να καταφέρω να παρουσιάσω τη δουλειά μου με πλήρη ορχήστρα, γράφω νέες συνθέσεις και φυσικά διδάσκω και ενορχηστρώνω για βιοποριστικούς λόγους.
Και αυτό ακριβώς, το γεγονός ότι άνθρωποι κυριολεκτικά «δοσμένοι» στην μουσική όπως ο Απόλλων Κουσκουμβεκάκης αγωνιούν για το αν θα μπορέσουν απλά να επιβιώσουν από αυτό που κάνουν, δείχνει το σε ποιο οδυνηρό σημείο έχουμε φτάσει μα ταυτόχρονα είναι και το χειρότερο δεινό που έχουν προκαλέσει στον πολιτισμό μας οι επί σαράντα χρόνια κυβερνώντες την χώρα μας...