Ο θάνατος του Μιχαήλ Σακελλαρίου σηματοδοτεί το βιολογικό τέλος μιας γενιάς ιστορικών που διαμορφώθηκαν στον Μεσοπόλεμο και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ελληνική ιστοριογραφία του 20ού αιώνα. Μια γενιά που συγκροτήθηκε σε ένα ιστοριογραφικό περιβάλλον που πατούσε σε δύο βάρκες. Αφενός, σε μια εθνική θετικιστική ιστορία, βασισμένη στο τρίσημο σχήμα του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου και, αφετέρου, στον δημοτικισμό και στις νεοεισερχόμενες κομμουνιστικές ιδέες, όπως εκφράστηκαν κυρίως στην ιστορία μέσα από το έργο του Γιάνη Κορδάτου Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (1924). Μια γενιά που διαμορφώθηκε τόσο στις αίθουσες του Πανεπιστημίου Αθηνών όσο και, όπως τόνιζε κι ο Μ. Σακελλαρίου, στα προαύλιά του, εκεί που συγκρούονταν, ιδεολογικά αλλά και πραγματικά, εθνικιστές, αρχειομαρξιστές και κομμουνιστές φοιτητές. Εκεί που οι πρώτες μεταφράσεις των μαρξιστικών έργων κυκλοφορούσαν, την ώρα που διδάσκοντες όπως ο Ιωάννης Συκουτρής και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ξιφουλκούσαν εναντίον του κομμουνισμού στις πανεπιστημιακές αίθουσες.
Αυτή η γενιά -ο Σακελλαρίου, μιλώντας για τους φίλους του, αναφερόταν στον Νίκο Σβορώνο, τον Μανόλη Χατζηδάκη, τον Νάσο Δετζώρτζη, τον Σπυρίδωνα Χαιρετάκη κ.ά.- πάτησε πάνω και στις δυο βάρκες, ενώ παράλληλα και χωρίς να αρνηθεί τη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας, στράφηκε στο δίπολο Βυζάντιο - νεότερα χρόνια. Σε αυτούς και σε μια σειρά από λίγο παλιότερους, όπως τον Κ. Θ. Δημαρά και τον Διονύσιο Ζακυθηνό, οφείλουμε τη διαμόρφωση των νεοελληνικών σπουδών σε αυτοτελές επιστημονικό πεδίο, την ανάδειξη της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Μέσα από το δικό τους εργαστήριο προήλθαν οι πρώτες εργασίες που αντιμετώπισαν τα χρόνια πριν το 1821 ως μια περίοδο με σημαντικά οικονομικά και πνευματικά επιτεύγματα και όχι απλώς ως το διάστημα προετοιμασίας της Επανάστασης. Και σε αυτήν τη διαδικασία ο Μιχαήλ Σακελλαρίου υπήρξε πρωτοπόρος, δημοσιεύοντας ένα από τα πλέον σημαντικά βιβλία νεότερης ιστορίας του Μεσοπολέμου, την πρώτη επιστημονική απάντηση στον Κορδάτο: Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821) (Αθήνα 1939). Ξεφεύγοντας από τις απειλές για αφορισμό από την Ιερά Σύνοδο ή για κάψιμο του βιβλίου του κομμουνιστή ιστορικού, ο Σακελλαρίου επιχείρησε να απαντήσει στην επιχειρηματολογία του Κορδάτου με τα ίδια του τα όπλα: την κοινωνική και οικονομική ανάλυση. Χρησιμοποιώντας δημογραφικά και οικονομικά στοιχεία, ο Σακελλαρίου δημοσίευσε ένα τεκμηριωμένο, βασισμένο σε στέρεη γνώση και επιχειρηματολογία βιβλίο, με το οποίο αμφισβητούσε τον ισχυρισμό του Κορδάτου για την ύπαρξη μιας νέας εμπορικής τάξης, φορέα της επανάστασης. Ο Σακελλαρίου υποστήριξε ότι ήταν οι γαιοκτήμονες, οι οποίοι είχαν αναλάβει και το εμπόριο σε μεγάλο βαθμό, οι φορείς των επαναστατικών ιδεών. Το τραγικό ήταν ότι αυτή η ανάλυση απορρίφθηκε ως διατριβή από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, ενδεικτικό του κλίματος και των ορίων στο πρώτο πανεπιστήμιο της χώρας. Η χρήση των οικονομικών στοιχείων και η αναφορά στην ταξική και κοινωνική διαστρωμάτωση οδήγησαν στον χαρακτηρισμό τού υπό εξέταση κειμένου ως επηρεασμένου από τον ιστορικό υλισμό και στην απόρριψή του. Σε ένα κλίμα ολοένα διογκούμενου αντικομμουνισμού, η χρήση έστω και οικονομικών στοιχείων δημιουργούσε ένα εξαιρετικά αρνητικό, σχεδόν φοβικό κλίμα. Η δεκαετία που θα ακολουθούσε, η Κατοχή και κυρίως ο Εμφύλιος, θα εγκαθίδρυαν πλέον τον αντικομμουνισμό ως κυρίαρχο στο ακαδημαϊκό στερέωμα.
Ο Σακελλαρίου θα εκδώσει τη διατριβή ως βιβλίο, ενώ παράλληλα θα συνεχίσει τις εργασίες του στο νέο ιστοριογραφικό πεδίο. Το 1943 θα δημοσιεύσει στη Νέα Εστία ένα πολυσέλιδο ιστορικό και κριτικό σημείωμα, όπως το ονόμασε, για τις νεοελληνικές ιστορικές σπουδές. Είχαν προηγηθεί οι επιφυλλίδες που είχε δημοσιεύσει ο Κ. Θ. Δημαράς, το καλοκαίρι του 1942, στο Ελεύθερον Βήμα, με το σχέδιό του για μια συστηματική οργάνωση των νεοελληνικών σπουδών, στοχεύοντας κυρίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η αρθρογραφία των Δημαρά και Σακελλαρίου ήταν οι πρώτες, όσο γνωρίζουμε, συστηματικές προσπάθειες οριοθέτησης του νέου πεδίου, μέσω της συγκρότησης της γενεαλογίας και των προσανατολισμών του.
Τελικά ο Σακελλαρίου θα αναγκαστεί για βιοποριστικούς λόγους να εγκαταλείψει τη νεότερη ιστορία και να στραφεί στην αρχαία, όπου θα διαγράψει τη δική του λαμπρή ερευνητική και διδακτική σταδιοδρομία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τα τελευταία χρόνια θα ξαναγυρίσει στην πρώτη του αγάπη, επανεκδίδοντας παλαιότερες εργασίες του ή δημοσιεύοντας ανέκδοτες έως τότε έρευνές του για τα νεότερα χρόνια, διακηρύσσοντας ότι η ιστορική του σκευή τού επέτρεπε να ξεπερνά τους διαχωρισμούς της ιστορίας σε περιόδους και ειδικεύσεις. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η βασική μεθοδολογική του πρόταση για το πρώτο εκείνο βιβλίο νεοελληνικής ιστορίας του 1939 προήλθε από έναν από τους πιο σημαντικούς αρχαίους ιστορικούς, τον Julius Beloch. Ο Σακελλαρίου θεωρούσε, όπως ευφυώς, παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος στο Athens Review of Books (τχ. 41, Ιούνιος 2013), ότι στον αρχαίο κόσμο μπορούσε να αναζητηθεί «το υπόβαθρο της νεοελληνικής ταυτότητας». Γνήσιος εκφραστής μιας γενιάς που διαμορφώθηκε ανάμεσα σε δύο παγκοσμίους πολέμους, μιας γενιάς που γαλουχήθηκε στο πνεύμα της συνέχειας της εθνικής ιστοριογραφίας και, πέρα από περιόδους και ειδικεύσεις, έψαξε στην ιστορία να βρει τις απαντήσεις για τα σύγχρονα ερωτήματά της, για τη διαμόρφωση της δικής της ταυτότητας.
* Ο Β. Καραμανωλάκης είναι ιστορικός, Πανεπιστήμιο Αθηνών - ΑΣΚΙ.