Με δεδομένη την αντίληψή μας για τη γαλλική λυρική τέχνη, υποδεχθήκαμε ασμένως δύο παρουσιάσεις τού κατά Jules Massenet «Βέρθερου» το ίδιο χρονικό διάστημα: εκείνης στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (αναμετάδοση από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης, 15/03/2014) και της αναβίωσης του έργου σε παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην αίθουσα «Μαρία Κάλλας» του θεάτρου «Ολύμπια». Παρά το γεγονός δε ότι αποτύχαμε να παρακολουθήσουμε τη χρονικώς δεύτερη διανομή της ελληνικής παραγωγής, η τηρουμένων των αναλογιών αντιπαράσταση ενός μεγάλου θεάτρου με το ημέτερο περιφερειακό υπήρξε και εν προκειμένω ενδιαφέρουσα.
Αναφορικά με τη Μετ, επίκεντρο της διεθνούς προσοχής υπήρξε ο Γερμανός σταρ Jonas Kaufmann, το ίνδαλμα μεταξύ των σύγχρονων τενόρων, ένας πολύγλωσσος και βαθύς ερμηνευτής του επώνυμου ρόλου, που κατόρθωσε, ήδη από την πρώτη του απόπειρα στο εξαιρετικά ακανθώδες αυτό μέρος, να καταγράψει δυσθεώρητη επίδοση τόσο στις απαιτήσεις της φωνητικής γραφής όσο και στη μουσική και δραματική φωτοσκίαση του χαρακτήρα. Όποιος είχε παρακολουθήσει την πρώτη εμφάνισή του στον ρόλο, από τη σκηνή της Όπερας της Βαστίλλης (Decca 2010), είχε θαυμάσει τον βαθμό ενσωμάτωσής του στην ευαίσθητη παραγωγή του Benoît Jacquot, συνδυάζοντας τη βαθιά μελέτη με μιαν ευπρόσδεκτη δόση αφέλειας πρωτοείσακτου, μείγμα εκρηκτικής αποτελεσματικότητας στη σκιαγράφηση μιας dramatis personae, η οποία, όπως ο ίδιος ομολογεί, δεν ανταποκρίνεται στη δική του ιδιοσυγκρασία. Σε σχέση με αυτό το ήδη πλήρες δείγμα πρώτης γραφής, η διαδρομή της οδύνης του Βέρθερου στην περισσότερο συμβατική σύλληψη του Richard Eyre, με τα σκηνικά του Rob Howell, έδειξε να τον περιορίζει παρά να τον απελευθερώνει. Επιχειρώντας συγκριτική αξιολόγηση για ένα επίπεδο κατακτημένου υπερθετικού βαθμού ποιότητας, ας μάς επιτραπεί να παρατηρήσουμε ότι ο ωραίος πρωταγωνιστής υπέκυψε ενίοτε σε μιαν αχρείαστη υπερεπίγνωση, που στέγνωσε σε ορισμένο βαθμό τον αυθορμητισμό του, παράλληλη με το άγχος του σκηνοθέτη να καλύψει με δράση ορχηστρικά μέρη, όπως το πρελούδιο, που αξιοποιήθηκε ως αναδρομή στην προϊστορία της πλοκής, ή το ιντερλούδιο του σεληνόφωτος, που επένδυσε μιαν ολόκληρη βραδιά χορού, διεξαγόμενου πάντως εκτός σκηνικού χωρόχρονου. Φωνητικά τόσο ο Κάουφμαν όσο και η αρχήθεν παρτεναίρ του Γαλλίδα μεσόφωνος Sophie Koch (προφέρεται Κος) ως Σαρλότ, η τελευταία με χαρακτηριστικά παριζιάνικη υποκριτική οικονομία, εισέφεραν τραγούδι σπάνιας εστίασης, αντοχής και γραμμής για την εποχή μας, με σχολαστική υπακοή στη μουσικότητα και την ανάδειξη του κειμένου και με αποκορύφωμα τη μεγάλη δοκιμασία της γ' πράξης. Πιστευτοί χαρακτήρες πλάι τους η Σοφία της χαριτωμένης Lisette Oropesa, ο συμπαθής και καλοτραγουδισμένος Αλμπέρ του ανερχόμενου Σέρβου μπασοβαρυτόνου David Bižić, ομοίως και ο «Bailli» του παλαίμαχου Jonathan Summers.
Σημαντικό ατού της αμερικανικής αναβίωσης υπήρξε η συνεκτική και ευήκοη μουσική διεύθυνση του Καναδού αρχιμουσικού Alain Altinoglu, μια έπαλξη που υπερασπίσθηκε με τευτονική φόρτιση ο μαέστρος της ελληνικής σειράς παραστάσεων Ηλίας Βουδούρης, ιδίως σε σχέση με τον χειρισμό των κορυφώσεων της γ' πράξης που αποδόθηκαν περισσότερο στεντόρεια του επιθυμητού. Η εξέλιξη αυτή θα όφειλε ίσως να είχε οικονομηθεί σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Σπύρο Ευαγγελάτο. Άξιος για επιτεύγματα, όπως ο αλησμόνητος «Φάλσταφ» του, ο σεβαστός ακαδημαϊκός, μάς ενίσχυσε, ωστόσο, την εντύπωση ότι η συμβολή του εξαντλήθηκε σε μιαν ενδιαφέρουσα, αφαιρετική και ψυχολογική (πουλιά που πετούν υπό το σεληνόφως…) σκηνογραφική οργάνωση (σκηνικά: Γιώργος Πάτσας), χωρίς εμβάθυνση στην Personenregie των ηθοποιών, τουλάχιστον εκείνων της παράστασης που παρακολουθήσαμε (13/04/2014).
Συναφής υπήρξε η μόνη ένστασή μας για τον πρωταγωνιστή, τον σωματώδη νεαρό Jean-François Borras, ο οποίος, λόγω ακριβώς της στρατολόγησής του από την ΕΛΣ, είχε κληθεί, μόλις στις 3 Μαρτίου και κυριολεκτικά au pied levé, να αντικαταστήσει τον Κάουφμαν στη Μετ. Αν και συνάρπασε με τη νεανικότητα, την υγεία, τη γραμμή και το ωραίο μέταλλο της λυρικής φωνής του, καθώς και με την ανάγλυφη άρθρωση του εκ γενετής γαλλόφωνου, ο τενόρος μας παρέμεινε κυριολεκτικά εκτός ρόλου στο υποκριτικό πεδίο. Λιγότερο εμφανές υπήρξε το έλλειμμα αυτό, λόγω της εμπειρίας τους, σε καλλιτέχνες όπως η προορισμένη για ρωμανικές επιδόσεις μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη, εν προκειμένω ως βαθυβίωτη Σαρλότ, και ο ευσταλούς ευγένειας βαρύτονος Διονύσιος Σούρμπης ως Αλμπέρ. Λιγότερο δροσερή -του συνήθους για την ίδια- η κολορατρίς Βασιλική Καραγιάννη ως Σοφία, Bailli καλόγνωμου κύρους ο Δημήτρης Κασιούμης. Τι κρίμα, όμως, που εν τέλει η ελλιπής σκηνοθεσία καθήλωσε αυτήν την πρώτη επάνοδο του «Βέρθερου» στην ΕΛΣ μετά από 31 ολόκληρα χρόνια...