Live τώρα    
Λαϊκισμός
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Λαϊκισμός

Σε ένα ευρύ φάσμα του δημόσιου λόγου έχει εμπεδωθεί το στερεότυπο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει ένα ανεξίτηλο, απαίσιο στίγμα, το στίγμα του «λαϊκισμού». Και ότι ο «λαϊκισμός» αυτός, που εκπορεύεται από την Αριστερά, αντιπροσωπεύει την «επιστροφή στο παρελθόν», καθώς ορθώνει ισχυρούς φραγμούς στον «εξορθολογισμό» του κράτους και της κοινωνίας και αντιτάσσεται στον «μόνο ρεαλιστικό δρόμο» για την έξοδο από την κρίση, που εγγυάται η πολιτική των Μνημονίων.

Η καταγγελία του λαϊκισμού έχει καταλάβει κεντρική θέση στο οπλοστάσιο του μνημονιακού στρατοπέδου. Τα βέλη της εκτοξεύονται από την κυβέρνηση, από τα περισσότερα ΜΜΕ, από «εκσυγχρονιστές» διανοούμενους και από αμβλύωπες κεντροαριστερούς παλαιάς και νέας κοπής. Η μονωδία των αναθεμάτων κατά του αριστερόστροφου λαϊκισμού μαρτυρεί ένδεια επιχειρημάτων και προπάντων αποκαλύπτει τον πανικό που προκαλεί στις μνημονιακές δυνάμεις η εφιαλτική διαπίστωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στα πρόθυρα της κυβερνητικής εξουσίας.

Πληθώρα απαξιωτικών χαρακτηρισμών χρησιμοποιούνται εις βάρος του λαϊκισμού: «Δημόσιο ψεύδος», «εσκεμμένη ανειλικρίνεια με σκοπό την κολακεία του λαού», «σύνδρομο ανευθυνότητας και χυδαιότητας». Και, κυρίως, μεγάλος εχθρός του «εκσυγχρονισμού». Τον οποίο αντιλαμβάνονται ως παραλλαγή περίπου όλων των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Από όλες αυτές τις κατηγορίες, η τελευταία είναι που αληθεύει. Ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚικού «εκσυγχρονισμού» Κ. Σημίτης έγραψε σε ανύποπτο χρόνο: «Η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να προέλθει μόνον από την αντιπαράθεση κομμάτων. Θα προέλθει και από την αντιπαράθεση λαϊκιστών και εκσυγχρονιστών μέσα στα κόμματα» («Λαϊκισμός και πολιτική", Εισαγωγή Κ. Σημίτη, Γνώση, 1989).

Συνιστά ιστορικό παράδοξο το ότι οι πρώτες εκδηλώσεις απαξίωσης του λαϊκισμού ανατρέχουν στην «ιδρυτική» περίοδο του ΠΑΣΟΚ. Στρέφονται κατά του Ανδρέα Παπανδρέου και προέρχονται κυρίως από ένα τμήμα της Αριστεράς (την ανανεωτική Αριστερά του ΚΚΕ εσωτερικού) καθώς και από τμήμα της «εκσυγχρονιστικής» Δεξιάς. Για το ΚΚΕ εσωτερικού δύο, κυρίως, ήταν οι ψόγοι κατά του Ανδρέα: Ο τριτοκοσμισμός του και ο λαϊκισμός του. Και τεκμήριο του αρνητικού λαϊκισμού του Ανδρέα αποτέλεσε η υποτίμηση των θεσμών. Γνωστή είναι η ρήση του: «Δεν υπάρχουν θεσμοί μπροστά στον κυρίαρχο λαό». Εύλογη, ήταν, επομένως η κριτική του ΚΚΕ εσωτερικού.

Τα πράγματα όμως αντιστράφηκαν: Σήμερα πολλοί από τους εκφραστές του «πράσινου λαϊκισμού» πρωτοστατούν στην εκστρατεία του «αντιλαϊκισμού», που έχει στόχο τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μια ετικέτα που «κολλάει παντού»: Ο αντιλαϊκισμός «αντιμετωπίζει κάθε εκ των κάτω διαμαρτυρία με μια ηθικολογική ρητορεία, η οποία, εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού, της ευθύνης και της ευταξίας, επιτίθεται σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση κριτική ή καταγγελία», προσάπτοντας σε αυτήν το στίγμα της ανευθυνότητας (Γερασ. Λυκιαρδόπουλος, «Σημειώσεις»).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά: Οι τάξεις συγκροτούν «πραγματικές ή δυνητικές δυνάμεις που έχουν την ικανότητα να μεταμορφώνουν την κοινωνία" (Ν. Πουλαντζάς). Παρ' όλες τις ιδιαιτερότητές της (σχετική ρευστότητα των δομών της, μεταξύ άλλων), η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται και αυτή, στο πείσμα του Κ. Σημίτη και των μεταμοντέρνων «εκσυγχρονιστών», από ταξική διάρθρωση.

Σχηματικά διακρίνουμε την αστική τάξη (ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής) στην οποία συμπεριλαμβάνουμε και τους φορείς της διευθυντικής (μισθωτής) εργασίας, την παραδοσιακή μικροαστική τάξη (αυτοαπασχολούμενοι, μικρέμποροι, ανεξάρτητοι τεχνίτες), τη νέα μικροαστική τάξη (μισθωτοί των τεχνικών και επιστημονικών επαγγελμάτων στον σύγχρονο τριτογενή και δευτερογενή τομέα) και την εργατική τάξη. Οι κοινωνικές τάξεις συγκροτούνται στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. Τα κόμματα εκπροσωπούν τα γενικά συμφέροντα των τάξεων, οι σχέσεις εκπροσώπησης όμως δεν είναι γραμμικές και άμεσες.

Οι τάξεις και τα αντίστοιχα κόμματα έχουν διακριτές ιδεολογίες, που συχνά αλληλοσυγκρούονται. Μέσα στην ταξική πάλη αναδύονται τα δρώντα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα και συγκροτείται η ιδεολογία του καθενός. Εξαιτίας της ρευστότητας των δομών της, στην ελληνική κοινωνία οι τάξεις δεν χωρίζονται από τείχη ανάμεσά τους. Η πολλαπλή απασχόληση είναι συνηθισμένο φαινόμενο: Υπάλληλοι τραπεζών που τις ελεύθερες ώρες τους φροντίζουν λογιστικά βιβλία, μαγαζάτορες που δουλεύουν και ως οδηγοί ταξί κ.ο.κ. Πρόκειται για την «πολυσθένεια» των πολιτικών και κοινωνικών υποκειμένων (Κωνστ. Τσουκαλάς).

Στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται και οι τάξεις κατακερματίζονται σε μεγάλο βαθμό, χωρίς να χάνουν όμως την ιδιαίτερη υπόστασή τους. Οι σχέσεις εκπροσώπησης δοκιμάζονται και συχνά αλλάζουν. Στο πλαίσιο αυτό, που έχει διαμορφώσει η πολυσθένεια και που ενισχύει η κρίση, αναπτύσσονται στην κοινωνία ισχυρές αντιθέσεις αλλά και συγκλίσεις συμφερόντων και ιδεών: Επιμέρους κοινωνικές τάξεις και κοινωνικά στρώματα προβάλλουν ιδιαίτερες, διαφορετικές διεκδικήσεις απέναντι στο κυρίαρχο συγκρότημα, δημιουργώντας, στην αντιπαράθεσή τους προς αυτό, ένα ενιαίο σύνολο: τον λαό.

Συνεκτικός κρίκος των διεσπαρμένων αυτών κοινωνικών οντοτήτων και κινημάτων, γίνεται η αναδυόμενη μέσα από μια διαδικασία όσμωσης και σύντηξης, η κοινή λαϊκή ιδεολογία, που συναρθρώνει αξίες, παραδόσεις, ιδανικά, αναπαραστάσεις του κοινωνικού φαντασιακού, που έχουν εγχαραχθεί στη συλλογική μνήμη, καθώς έχουν εμπνεύσει στο παρελθόν σημαντικούς αγώνες και εξεγέρσεις. Τη λαϊκή ιδεολογία συναντάμε στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη. Όπως και στο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ» του Γληνού.

Οι ποικίλες διεκδικήσεις των επιμέρους κοινωνικών ομαδώσεων, για να μπορέσουν να φέρουν αποτέλεσμα έχουν ανάγκη να διοχετευθούν στην ίδια κοίτη, διαμορφώνοντας ένα ισχυρό ρεύμα ανατροπής της μνημονιακής κυβέρνησης. Και επειδή στο πολιτικό πεδίο διακυβεύεται και ασκείται η εξουσία, απαιτείται η κοινή έκφρασή τους στον δημόσιο χώρο. Εδώ παρεμβαίνει ο θετικός ρόλος του λαϊκισμού, που γίνεται η συνδετική ουσία για τη σύνθεση σε ενιαίο σύνολο, σε διαταξική συμμαχία, των διάσπαρτων δυνάμεων, που συγκρούονται, η κάθε μια στο προσίδιο πεδίο, με την πολιτική των Μνημονίων.

Ο λαϊκισμός και ο συνακόλουθος λαϊκιστικός πολιτικός λόγος συναντώνται σε ιστορικές στιγμές, όπου συμπίπτουν χρονικά διαφορετικές, ιδιαίτερες κοινωνικές διεκδικήσεις, οι οποίες συμπλέκονται και γίνονται ισοδύναμες αναμεταξύ τους, παρά την στερεότητά τους, μέσα από μια διαδικασία αντιπαράθεσης προς ένα ορισμένο σύστημα εξουσίας, το οποίο παρουσιάζεται και προσλαμβάνεται ως μια αδιαφοροποίητη, όσον αφορά τις μορφές της, καταπιεστική δύναμη. Δύναμη που γίνεται κοινός στόχος για τους αντιπάλους της και ενοποιείται, παρά τη συνθετότητα της, στη λαϊκή συνείδηση κάτω από μια γενική ονομασία συμβολικού χαρακτήρα - π.χ. το Στέμμα, η ολιγαρχία, το κατεστημένο, το μνημονιακό στρατόπεδο.

Τα συμβολικά ονόματα - ή, κατά περίπτωση, η προσωπικότητα ενός «χαρισματικού» ηγέτη - συνθέτουν τις διαφορετικές διεκδικήσεις που προβάλλονται από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και ομάδες απέναντι στο κέντρο εξουσίας, με τρόπο που υποδηλώνει τάσεις ρήξης και εξόδου από τους θεσμικούς διαύλους κοινωνικής συσσωμάτωσης.

Ο λαϊκισμός εμφανίζεται συνήθως σε περιόδους αποσάθρωσης του κοινωνικού ιστού και ταυτόχρονης αποσπασματικής, καταμελισμένης αλλά σωρευτικής προβολής αιτημάτων από διάσπαρτους κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς, που υπερβαίνουν τις διαιρέσεις και διαφορές και κινητοποιούνται από κοινού, αποκτώντας τη δική τους ενιαία ταυτότητα, που δεν αναιρεί αλλά επικαλύπτει τον ιδιαίτερο, ταξικό χαρακτήρα του καθενός.

Παρ' όλες τις προσπάθειες δαιμονοποίησης, ο λαϊκισμός - αριστερόστροφος ή δεξιόστροφος - είναι σύνηθες πολιτικό - κοινωνικό φαινόμενο. Στοιχεία λαϊκισμού απαντώνται σε όλες τις λαϊκές, μαζικές κινητοποιήσεις, στις οποίες εγκαλείται ο «λαός», ξεπερνώντας την μονομέρεια στην προβολή των αιτημάτων και τους κατακερματισμούς των κοινωνικών ομαδώσεων, να αναδειχθεί σε νέο, ιδιαίτερο πολιτικό υποκείμενο, που συγκεντροποιεί και επικαλύπτει, χωρίς να καταργεί, τα υποκείμενα (κοινωνικές τάξεις, πολιτικά κόμματα) που ήδη υπάρχουν.

Εν ολίγοις, ο λαϊκισμός είναι η στρατηγική για τη συγκρότηση αυτού του νέου, δρώντος υποκειμένου, η οποία επιλέγεται σε ορισμένες «πυκνές» σε ιστορικά γεγονότα φάσεις, που απαιτούν ανάλογες προς αυτά νέες συνθέσεις και αναδιατάξεις των κατακερματισμένων κοινωνικών δυνάμεων, που αντιπαρατίθενται στο κυρίαρχο συγκρότημα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0