Η προχθεσινή απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας (ΑΣΕ) αποτελεί σημαντικό βήμα για την πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων ενόψει των πιέσεων της τρόικας για πρόσθετη αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων που αναφέρεται σε δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου. Αυτό συμβαίνει γιατί η απόφαση καταργεί στην πράξη το δικαίωμα έγκρισης των ομαδικών απολύσεων από τον υπουργό Εργασίας. Πρόκειται, επομένως, για εξαιρετικά σημαντική απόφαση, η οποία δυστυχώς περιλαμβάνει την υφαρπαγή της συναίνεσης των εργατικών συνδικάτων και συγκεκριμένα της ΓΣΕΕ (βάσει της αρ. 25 ΠΔ 368/89 παρ. 2 και 11 δ. για τη σύνθεση των μελών του ΑΣΕ), όταν τα ποσοστά ανεργίας είναι εκτός ελέγχου και παρατηρείται τάση επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του πληθυσμού της χώρας, αντίστοιχη της οποίας έχει επισυμβεί μόνο κατά τη διάρκεια πολεμικών περιόδων.
Η σκοπιμότητα της σχετικής απόφασης του ΑΣΕ σχετίζεται αφενός με την εξυπηρέτηση των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας προς την τρόικα για τη μείωση του κόστους εργασίας και την ελαστικοποίηση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τις εργασιακές σχέσεις και αφετέρου με την προσπάθεια της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας να αποδείξει ότι οι μνημονιακές πολιτικές έχουν ακόμη ισχυρό έρεισμα στους θεσμικούς / επαγγελματικούς φορείς της αγοράς εργασίας (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΕΣΕΕ ΓΕΣΕΒΕ ΚΑΙ ΣΕΤΕ).
Πρόκειται βέβαια για συμφωνία η οποία ικανοποιεί την τρόικα και η οποία προέκυψε από έναν κατ' επίφαση κοινωνικό διάλογο ανάμεσα στα επιτελικά στελέχη και στην ελίτ του υπουργείου και των θεσμικών συλλογικών επαγγελματικών φορέων. Πέρα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης το ζήτημα των ομαδικών απολύσεων ούτε συζητήθηκε στη Βουλή ούτε έγινε αντικείμενο επίπονης διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών συνομιλητών / ανταγωνιστών. Είναι επομένως τεράστια η ευθύνη της ηγεσίας της ΓΣΕΕ να εκχωρήσει το προνόμιο στο υπουργείο Εργασίας να υλοποιήσει τις απαιτήσεις της τρόικας να ενισχυθούν περαιτέρω οι πολιτικές διευκόλυνσης των απολύσεων και αναμένονται σημαντικές αντιδράσεις στους κόλπους του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος.
Τι προβλέπει η απόφαση
Η απόφαση του ΑΣΕ πατάει στην ασάφεια και στην αοριστία των εδαφίων αα και εε του άρθρου 3 του Νόμου 1387/1983 (Υποχρέωση εργοδότη για πληροφόρηση και διαβούλευση), όπως ισχύει μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 98/59, για τους λόγους των ομαδικών απολύσεων και τα κριτήρια επιλογής των απολυόμενων εργαζόμενων. Το περιεχόμενο της απόφασης αφορά την εισαγωγή και τον προσδιορισμό των κριτηρίων νομιμοποίησης μιας απόφασης ομαδικών απολύσεων από το ΑΣΕ. Στην απόφαση προβλέπεται ότι όταν μια επιχείρηση καταθέσει ολοκληρωμένο σχέδιο ομαδικών απολύσεων, το οποίο συνοδεύεται από έκθεση αιτιολόγησής του και πληρούνται συγκεκριμένοι όροι και κριτήρια απολύσεων, αίρεται ουσιαστικά το δικαίωμα του υπουργού Εργασίας και του περιφερειάρχη να απορρίψει το συγκεκριμένο αίτημα. Το δικαίωμα αρνησικυρίας του υπουργού και του περιφερειάρχη (άρθρο 3 1387/1983) δηλαδή καταργείται και οι εργοδότες μπορούν πλέον με την υπογραφή μιας συμφωνίας (που φέρει την υπογραφή της ΓΣΕΕ) να προσβάλλουν ενδεχόμενες υπουργικές αποφάσεις που απορρίπτουν ή απέρριψαν στο παρελθόν τα αιτήματα ομαδικών απολύσεων.
Παράλληλα η νέα ρύθμιση δίνει την αποκλειστική δυνατότητα στον υπουργό Εργασίας να διεκπεραιώνει τις μελλοντικές, τρέχουσες (γιατί όχι και παρελθούσες;) υποθέσεις έγκρισης ομαδικών απολύσεων, ακόμη και αν υπάρξει διαφωνία από το ΑΣΕ, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι εργοδότες μπορούν να αποδείξουν ότι:
α) Εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους να πληροφορήσουν τους εκπροσώπους εργαζομένων (όταν και εφόσον υπάρχουν) και διαβουλεύτηκαν με αυτούς σχετικά με την εφαρμογή σχεδίου ομαδικών απολύσεων.
β) Κατέθεσαν τα απαιτούμενα στοιχεία για τη διατύπωση τεκμηριωμένης γνώμης του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας σε σχέση με την απόφαση του εργοδότη για τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις (βλέπε φάκελος με τα στοιχεία της επιχείρησης, σχέδιο ομαδικών απολύσεων, πρακτικά διαβούλευσης και τυχόν λοιπά στοιχεία που τα συνοδεύουν).
Ελληνικές πρωτοτυπίες
Αξίζει να σημειωθεί πως οι ομαδικές απολύσεις δεν απαιτούν την έγκριση αρμόδιας δημόσιας αρχής ή δικαστηρίων σε όλες σχεδόν τις χώρες - μέλη της Ένωσης (εξαίρεση αποτελούν η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Ισπανία και μέχρι πρόσφατα η Εσθονία). Παρ' όλα αυτά, η περίπτωση της Ελλάδας είναι ιδιαίτερη όχι μόνο γιατί ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά ένα περίπου εκατομμύριο από το 2009 και το 71% των ανέργων είναι μακροχρόνια άνεργοι, αλλά και γιατί στη χώρα μας δεν απαιτείται η αιτιολόγηση ατομικής απόλυσης και δεν προβλέπονται υποχρεωτικές συναντήσεις ή ακροάσεις μεταξύ εργοδοτών - εργαζομένων πριν από την απόλυση ή ειδική έγκριση / έλεγχος από αρμόδιες υπηρεσίες και κοινωνικούς φορείς). Επιπλέον η προειδοποίηση απόλυσης δεν είναι υποχρεωτική, ενώ στην Ελλάδα η δοκιμαστική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας δύναται να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης είναι πολύ μεγαλύτερη από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης (12 μήνες). Παράλληλα δεν προβλέπονται αυξημένα πέραν των θεσμοθετημένων, επίπεδα αποζημίωσης απόλυσης κατόπιν συλλογικής διαπραγμάτευσης.
Τέλος, στην Ελλάδα το ύψος του επιδόματος ανεργίας ήταν και έγινε ακόμη περισσότερο χαμηλό με την υλοποίηση των μνημονιακών ρυθμίσεων, σε σχέση με το αντίστοιχο άλλων κρατών - μελών, ενώ συνολικά η υποδομή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας και η δέσμη αντισταθμιστικών (προληπτικών και κατασταλτικών) μέτρων κοινωνικής προστασίας των ανέργων κρίνεται ανεπαρκής και υποδεέστερη της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωρών της Ένωσης.
Παρ' όλα αυτά η κυρίαρχη πολιτική στον τομέα των απολύσεων από το 2010 είναι να γίνουν φθηνότερες και πιο εύκολες για τον εργοδότη (μείωση του ανώτατου χρόνου προειδοποίησης από 24 σε 6 μήνες, μείωση προκαταβολής της αποζημίωσης, αύξηση αριθμού των δόσεων για την καταβολή της αποζημίωσης, αύξηση ορίου ομαδικών απολύσεων κ.τ.λ.), ώστε να ενισχυθεί περισσότερο το μοντέλο της προσωρινής και εφήμερης εργασίας χωρίς εργατική εκπροσώπηση και δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό αναμένονται νέες αρνητικές εξελίξεις για τον κόσμο της εργασίας, όπως η αναβάθμιση των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης, η μείωση εργοδοτικών εισφορών και οικογενειακών επιδομάτων και ο περιορισμός των δικαιωμάτων πρόσβασης των πολιτών σε επιδοματικές / πρόσθετες παροχές στο πλαίσιο της θεσμοθέτησης ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
* Ο Λευτέρης Κρέτσος διδάσκει εργασιακές σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Greenwich