Live τώρα    
Ν. Κεραμέως - Βουλή / Απομονωμένη η ΝΔ προωθεί τη συμφωνία - Κοροϊδία για τις Συλλογικές Συμβάσεις
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ν. Κεραμέως - Βουλή / Απομονωμένη η ΝΔ προωθεί τη συμφωνία - Κοροϊδία για τις Συλλογικές Συμβάσεις

(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Με φόντο τον σάλο που έχει ξεσπάσει για την υπόθεση Παναγόπουλου και τη φερόμενη διασπάθιση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων μέσω των προγραμμάτων κατάρτισης, συζητείται σήμερα, Πέμπτη 12.2.26, στην Ολομέλεια της Βουλής, το σχέδιο νόμου για την «ιστορική» -κατά τη Ν. Κεραμέως- «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας».

Στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, υπέρ του σχεδίου νόμου ψήφισε μόνο η Ν.Δ.

ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., ΚΚΕ και Νέα Αριστερά καταψήφισαν, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα επιφυλάχθηκαν για την Ολομέλεια. Η συζήτηση που ξεκινάει στις 10 π.μ. αναμένεται να διεξαχθεί σε υψηλούς τόνους και τον λόγο θα λάβουν οι περισσότεροι πολιτικοί αρχηγοί.

Υπενθυμίζεται ότι, πρόσωπο-κλειδί στα προγράμματα Κατάρτισης είναι η «ισόβια» γενική γραμματέας του υπουργείου Εργασίας (από το 2009), Άννα Στρατινάκη (μέχρι πρόσφατα ήταν επικεφαλής στην Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή), σύζυγος του εμπλεκόμενου Ανδρέα Γεωργίου (https://www.avgi.gr/koinonia/518199_i-diahroniki-shesi-me-ypoyrgeio-ergasias). Η εταιρεία του οποίου ελέγχεται, όπως και οι εταιρείες της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ).

Η κ. Κεραμέως θα βρεθεί υπό την πίεση της αντιπολίτευσης, καθώς δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός ότι το υπουργείο Εργασίας δεν ήξερε τίποτα για την αξιωματούχο της Ν.Δ.

Σοβαρά ερωτήματα έχουν προκύψει (και θα τεθούν επί τάπητος σήμερα στην Ολομέλεια) για τα υπουργεία Εργασίας και Οικονομίας & Οικονομικών, όσον αφορά και στον τρόπο διαχείρισης των προγραμμάτων κατάρτισης, την αναμόρφωση του πλαισίου για την υλοποίησή τους και κατά πόσον αυτά ευνόησαν ενδιάμεσες δομές και ιδιωτικά σχήματα.

Η υπουργός Εργασίας αναμένεται να δεχθεί σφοδρά πυρά για το γεγονός ότι, παρά την απόρριψη μεγάλου μέρους των έργων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το υπουργείο Εργασίας (υπό τη Νίκη Κεραμέως) εισηγήθηκε τη συνέχιση των έργων αυτών με εθνικούς πόρους. Την ίδια ώρα, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών παρείχε τη θεσμική κάλυψη μέσω αναθεώρησης του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2021-2025, υπογεγραμμένη από τον Αναπληρωτή Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκο Παπαθανάση (και με νομοθετικές ρυθμίσεις που επέτρεψαν τη μεταφορά των έργων αυτών για χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους και χωρίς μάλιστα να πραγματοποιηθεί νέα αξιολόγηση). 

Θριαμβολογίες με μισές αλήθειες από την Κεραμέως

Η κ. Κεραμέως, όσο το σχέδιο νόμου συζητείτο στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, δεν έχασε ευκαιρία να πανηγυρίζει για την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά Εργασίας (https://www.avgi.gr/politiki/518194_thriambologies-kai-mises-alitheies-kerameos-pano-stin-ergasiaki-erimo). 

Ισχυριζόμενη, παράλληλα, ότι το σχέδιο νόμου για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) αποτελεί πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ενώ έχει καταδειχθεί ότι η χώρα μας αναγκάστηκε να εναρμονιστεί στην αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Οδηγία, η οποία ζητάει από τα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα για την κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας σε ποσοστό 80%.

Στη χώρα μας, το ποσοστό αυτό φτάνει μόλις το 24%. Το οποίο κατατάσσει την Ελλάδα δεύτερη από το τέλος στην Ε.Ε. Ενώ, σχεδόν 3 στους 10 μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (28,27%), το 2025 είχε μεικτές αποδοχές κάτω ή γύρω από τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ.

Η «υπουργός του 13ωρου», όπως τη χαρακτηρίζει η αντιπολίτευση, θριαμβολογεί για τη μείωση της ανεργίας στο «ιστορικά δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό» (7,5%) και την αύξηση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ (μεικτά).

Χρησιμοποιεί με παραπλανητικό τρόπο μόνο τα στοιχεία που στηρίζουν τον ισχυρισμό της κυβέρνησης για «περισσότερες και καλύτερες δουλειές». Τα οποία δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα της ακραίας επισφάλειας που βιώνουν οι εργαζόμενοι στη χώρα μας. Η οποία είναι προτελευταία σε επίπεδο Ε.Ε. με μέσο όρο μισθών στο 30%. Και ενώ πράγματι έχει καταγραφεί μια ονομαστική αύξηση των μισθών, γύρω στο 3,7%, το πραγματικό εισόδημα (σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος) μειώθηκε κατά 3,3%.

Την ίδια στιγμή, ο κατώτατος μισθός στη χώρα μας είναι ο μικρότερος σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτέλεσμα; Το Κεφάλαιο φαίνεται ότι αυξάνει το μερίδιό του σε ποσοστό του ΑΕΠ, από το 45% στο 50%. Αντίθετα, το μερίδιο της Εργασίας από το 40% κατρακύλησε επί κυβέρνησης Μητσοτάκη στο 35%.

Δίνει υπερεξουσίες στην απαξιωμένη ηγεσία της ΓΣΕΕ - Πετάει το μπαλάκι στη Δικαιοσύνη

Η υπουργός Εργασίας τονίζει ότι το σχέδιο νόμου για τις ΣΣΕ συνιστά αποτέλεσμα επτάμηνης διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Μοιάζει μάλλον με σαρκασμό, εφόσον η μία πλευρά αυτής της διαπραγμάτευσης είναι ο (ακόμα) πρόεδρος της ΓΣΣΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση έπειτα από την εμπλοκή του ονόματός του στην προαναφερθείσα υπόθεση υπεξαίρεσης κοινοτικών και εθνικών κονδυλίων.

«Η εισαγγελική έρευνα αφορά το πρόσωπο του προέδρου της ΓΣΕΕ και δεν σχετίζεται με τη συνεργασία που έχουν διαχρονικά οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι σε θέματα κατάρτισης με την πολιτεία», επαναλαμβάνει μονότονα η κ. Κεραμέως, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να «χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση» από τη Δικαιοσύνη. 

Την ίδια ώρα όμως, μέσω διάταξης του σχεδίου νόμου, η υπουργός Εργασίας μετατρέπει σε «υπερ-εταίρο» την πλήρως απαξιωμένη (ηγεσία της) ΓΣΣΕ, καθώς της δίνει τη δυνατότητα να υπογράφει συμβάσεις για λογαριασμό κλαδικών ομοσπονδιών. Διάταξη που απειλεί ευθέως τη συλλογική αυτονομία των αρμόδιων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ωστόσο, δεν επανέρχεται η Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δηλαδή το δικαίωμα καθορισμού του κατώτατου μισθού από τους κοινωνικούς εταίρους. Έτσι, οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την έξοδο από τα Μνημόνια, ούτε τώρα η ΓΣΕΕ δεν θα έχει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται τους μισθούς.

Ο εμπαιγμός για τη μετενέργεια και τον ΟΜΕΔ

Η Ν. Κεραμέως προτάσσει ως μεγάλη επιτυχία τη ρύθμιση για την επαναφορά της μετενέργειας. Παρενθετικά, θυμίζουμε ότι η μετενέργεια επιβάλλει τη συνέχιση της ισχύος των όρων μιας σύμβασης μετά τη λήξη ή την καταγγελία της, μέχρι την υπογραφή νέας. Κατοχυρώνει έτσι τα δικαιώματα των εργαζόμενων.

Η προοδευτική αντιπολίτευση στηλιτεύει το γεγονός ότι, προ Μνημονίων, η διάρκεια της μετενέργειας ήταν εξάμηνη, ενώ τώρα επανέρχεται μόνο για 3 μήνες. Ενώ, με ήδη διαλυμένο Εργατικό Δίκαιο, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος η εργοδοσία να καθυστερεί επίτηδες την υπογραφή νέας ΣΣΕ και στο διάστημα αυτό, υπό την απειλή της απόλυσης, να μετατρέπει τις συμβάσεις σε ατομικές, με χειρότερους όρους για τους εργαζόμενους, μέσω της κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος.

Σημείο-κλειδί και βασική αιχμή στην κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης είναι η μη επαναφορά τη δυνατότητας που είχαν τα συνδικάτα για μονομερή προσφυγή στην διαιτησία (ΟΜΕΔ). Δυνατότητα που ξεμπλοκάρει τις περιπτώσεις αδιεξόδου κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τις αντιρρήσεις τις εργοδοσίας.

Η κυβέρνηση εμπαίζει τους εργαζόμενους καθώς καταργεί το δικαίωμα που είχαν μέχρι τώρα οι οργανώσεις τους να προσφύγουν στη Δευτεροβάθμια Διαιτητική Επιτροπή. Και στη θέση της φτιάχνει ένα τριμελές όργανο αποτελούμενο από μέλη του Δ.Σ. του ΟΜΕΔ. Η Επιτροπή αυτή θα κρίνει την νομιμότητα των προσφυγών των Οργανώσεων, μόνο αναπέμποντας τα αιτήματά τους στα Δικαστήρια και καθυστερώντας έτη περαιτέρω τη σύναψη Συμβάσεων. Οι εργαζόμενοι χάνουν κάθε ελπίδα για επαναφορά της δίκαιης μονομερούς προσφυγής στον ΟΜΕΔ, ενώ κινδυνεύουν να μένουν σε μισθολογικό κενό, αφού η κυβέρνηση εφευρίσκει συνεχώς τρόπους να τινάζει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και να κάνει τα χατίρια των εργοδοτών.

Τέλος, η Ν. Κεραμέως, προσπαθώντας να αποκρούσει την κριτική ότι το σχέδιο νόμου δεν θα ωφελήσει ουσιαστικά τον κόσμο της Εργασίας, επιμένει να αναφέρεται στις «θετικές αλλαγές» που διευκολύνουν την επεκτασιμότητα των ΣΣΕ -η επεκτασιμότητα είναι η διαδικασία με την οποία μια κλαδική σύμβαση κηρύσσεται γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους και εργοδότες ενός κλάδου, ακόμα και αν δεν ανήκουν στις οργανώσεις που την υπέγραψαν.

Πράγματι, με το σχέδιο νόμου μειώνεται το απαιτούμενο ποσοστό των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, που πρέπει να απασχολούνται από τους εργοδότες που ήδη δεσμεύονται από τη συλλογική σύμβαση, από μεγαλύτερο του 50%, σε μεγαλύτερο του 40%, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η ενεργοποίηση της διαδικασίας επέκτασης. Προκειμένου να επιτευχθεί η επεκτασιμότητα, το παραπάνω ποσοστό δεν θα λαμβάνεται υπόψη όταν η Σύμβαση συνάπτεται ή συνυπογράφεται από τη ΓΣΕΕ και όταν, από τη μεριά των εργοδοτών, συνυπογράφεται από μία εκ των αναγνωρισμένων ως ευρύτερης εκπροσώπησης ή πανελλήνιας έκτασης εργοδοτικών οργανώσεων.

Σύμφωνα με την κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης, με την εν λόγω ρύθμιση δεν αίρονται οι περιορισμοί στην επεκτασιμότητα των ΣΣΕ, στη δυνατότητα, δηλαδή, που έχει ο αρμόδιος υπουργός να επεκτείνει την ισχύ μιας ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου. Δεν καταργείται το ποσοστό της συμμετοχής των εργαζομένων, έστω κι αν μειώνεται στο 40%. Δεν καταργείται ούτε η απαράδεκτη απαίτηση, σύμφωνα με την οποία, για να επεκταθεί μια ΣΣΕ, πρέπει να συνοδεύεται από την προσκόμιση «έκθεσης ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης για την οικονομία στον συγκεκριμένο κλάδο».

Η συζήτηση για το σχέδιο νόμου αναμένεται να είναι μαραθώνια και να ολοκληρωθεί, κατά πάσα πιθανότητα αύριο, Παρασκευή 13.2.26.
 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0