Με δυσκολίες και άγνωστη έκβαση ξεκίνησε η πρωτοβουλία του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αναθεώρηση του Συντάγματος, αφού δέχθηκε ομοβροντία όχι μόνο από τα πολιτικά κόμματα, αλλά και από τους κορυφαίους συνταγματολόγους της χώρας που αμφισβήτησαν τόσο τις προθέσεις του πρωθυπουργού όσο και τις ουσιώδεις προϋποθέσεις μιας μεταρρύθμισης.
Βεβαίως, η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια πολιτική διαδικασία στην οποία συμμετέχουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα, ωστόσο το ευρύτερο περιβάλλον διαμορφώνεται και από την επιστημονική κοινότητα και τον εν γένει διάλογο που ήδη εκτυλίσσεται στα μέσα ενημέρωσης - και στην εποχή μας ακόμη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όποτε ναι μεν η κυβέρνηση διαθέτει τις 151 ψήφους για να ξεκινήσει την τυπική διαδικασία στο Κοινοβούλιο και να καταθέσει τα υπό αναθεώρηση άρθρα, ωστόσο η οριστική διαμόρφωσή τους και η τελική έγκριση θα γίνει στην επόμενη Βουλή. Εάν όμως η απαραίτητη ελάχιστη συμφωνία δεν υπάρχει στην παρούσα Βουλή, μπορεί να προεξοφληθεί με βεβαιότητα ότι δεν θα υπάρχει και στην επόμενη που η πρόβλεψη είναι για μεγαλύτερο ακόμη κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων.
Δεν υπάρχει συναίνεση
Την αρχή έκανε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος με μια σύντομη αλλά πλήρη νομική και πολιτική τοποθέτηση αποδόμησε την πρωτοβουλία και το σχετικό «διάγγελμα» του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ως πολιτικός και συνταγματολόγος ξεκαθάρισε ότι «το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης». Μένοντας στην άποψη που έχει διατυπώσει ότι η χώρα έχει καταστεί μη διακυβερνήσιμη επί κυβέρνησης Μητσοτάκη, υπογράμμισε ότι η αναθεώρηση προϋποθέτει συναίνεση, που φυσικά δεν υπάρχει στην παρούσα Βουλή. Έβαλε δε και το μείζον πολιτικό ερώτημα: καθώς για την αναθεώρηση απαιτούνται 180 ψήφοι, εάν η επόμενη Βουλή μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση πριν επιληφθεί της αναθεώρησης. Έθεσε ένα ακόμη θέμα, τη σχέση του συντάγματος με τη διεθνή έννομη τάξη. Για να καταλήξει με υποβόσκουσα ειρωνεία ότι «μόλις συνεννοηθούμε σε αυτά μπορούμε να προχωρήσουμε με σοβαρότητα σε μια πραγματικά εθνική και συναινετική συζήτηση περί αναθεώρησης».
Το θεσμικό παρελθόν υπονομεύει το μέλλον
Με πιο έντονο τρόπο αμφισβήτησε τις προθέσεις του πρωθυπουργού και ο Γιώργος Σωτηρέλης ρωτώντας: «Τι μπορεί να πει η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία για ένα καλύτερο θεσμικό μέλλον, όταν το “επιτελικό κράτος” της υπονομεύει διαρκώς και ασύστολα το παρόν;». Υπογράμμισε το τεράστιο έλλειμμα θεσμικής αξιοπιστίας που έχει σωρεύσει η σημερινή κυβέρνηση και περιέγραψε την κατάσταση: «[...] Το διαβόητο πλέον “επιτελικό κράτος”, η ασφυκτική χειραγώγηση της Δικαιοσύνης, το πρωτοφανές σκάνδαλo των υποκλοπών, η εκτός δημοκρατικών ορίων ραδιοτηλεοπτική προπαγάνδα, η ασύστολη διαπλοκή, οι καλπονοθευτικές μεθοδεύσεις ως προς το εκλογικό σύστημα, η αδίστακτη επιβολή των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, η αδιανόητη θεσμική διαχείριση των δυσωδών υποθέσεων των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ και πολλά άλλα δεν συνθέτουν απλώς ένα ολισθηρό πεδίο συνεχούς δοκιμασίας του Συντάγματος. Προδίδουν, ταυτόχρονα, με ολοένα και περισσότερη ένταση, μια βαθύτατα καθεστωτική νοοτροπία, η οποία, εν προκειμένω, αποστρέφεται κάθε συνταγματική δέσμευση που θα μπορούσε να θέσει φραγμούς στον αυταρχισμό και στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας (και δη του επικεφαλής της)».
Για να θέσει και το καταληκτικό ερώτημα: «Υπάρχει κανείς από όσους παρακολουθούν τον δημόσιο βίο της χώρας που να πιστεύει ότι υπάρχει πιθανότητα να κινηθεί η σημερινή κυβέρνηση προς μια τέτοια κατεύθυνση, ώστε να έχει νόημα να γίνει και μια περαιτέρω συζήτηση με όρους αξιοπιστίας; Προφανώς όχι. Άρα, εδώ σταματάει ο ρόλος της επιστήμης και αρχίζει η επικράτεια της μικροπολιτικής».
Συνταγματικός λαϊκισμός
Στο ίδιο μήκος κύματος ο καθηγητής Ξενοφών Κοντιάδης κάνει λόγο ευθέως για «συνταγματικό λαϊκισμό». Αποδομεί όλες τις «ατυχείς» προτάσεις του πρωθυπουργού στο «διάγγελμά του» που ακυρώνονται από τη μέχρι τώρα συμπεριφορά της κυβέρνησης για να καταλήξει: «Όμως το κρίσιμο δεν είναι να αξιολογηθούν μία προς μία, αλλά να αναδειχθεί ότι θεμελιώνονται σε έναν προσχηματικό μεταρρυθμισμό και όχι σε πραγματική βούληση βελτίωσης του Συντάγματος».
Αποπροσανατολισμός
Ο καθηγητής Γιάννης Δρόσος έβαλε και εκείνος με τη δική του οπτική το ίδιο ερώτημα για την αξιοπιστία της κυβέρνησης, διατυπώνοντας το ερώτημα εάν σήμερα «υπάρχει και εφαρμόζεται Σύνταγμα;» ή εάν αυτό καταπατάται και ευτελίζεται μέσα από την ερμηνευτική προσέγγιση και την κατά το δοκούν εφαρμογή του. Για να καταλήξει όσον αφορά τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού: «[…] Μοιάζει σαν να θέλουν να τραβήξουν την πολιτική προσοχή από τα δύσοσμα θεσμικά τάρταρα, όπου μας οδήγησε η απίθανη πολιτεία των σημερινών κυβερνώντων».
«Το πρόβλημα είναι και το Σύνταγμα»
Μόνη υποστήριξη βρήκε ο πρωθυπουργός από τον Νίκο Αλιβιζάτο, ο οποίος απάντησε στο κρίσιμο ερώτημα της συναίνεσης λέγοντας ότι είναι απαραίτητη τυπικά, νομικά στην επόμενη Βουλή· δεν είναι απαραίτητη τώρα. Αντιπαρήλθε το κρίσιμο ερώτημα για την έλλειψη αξιοπιστίας της κυβέρνησης στρέφοντας ευθέως τα βέλη του κατά του Ευάγγελου Βενιζέλου: «Όλοι βλέπουμε με τις δημοσκοπήσεις πως υπάρχει μια έλλειψη εμπιστοσύνης στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Για να αποκατασταθεί αυτή η εμπιστοσύνη -και εκεί είναι που διαφωνώ με τον κ. Βενιζέλο- το πρόβλημα είναι και το Σύνταγμα». Εν ολίγοις, υιοθέτησε τη λογική του πρωθυπουργού που εργαλειοποιεί την αναθεώρηση ως μέσο αποκατάστασης της αξιοπιστίας του. Κατηγόρησε δε τον Βενιζέλο ότι ευθύνεται για τις διατάξεις που είχε διατυπώσει σε προηγούμενη αναθεώρηση και κυρίως για το άρθρο 86. Πάντως, παρά τις διαφωνίες, ο κ. Αλιβιζάτος είναι καλεσμένος από τον Κύκλο Ιδεών του κ. Βενιζέλου να εκφράσει τις απόψεις του για τη συνταγματική αναθεώρηση σε εκδήλωση τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου. Θα μιλήσουν ακόμα οι Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Σπύρος Βλαχόπουλος, Ξενοφών Κοντιάδης, Λίνα Παπαδοπούλου, Νίκος Παπασπύρου, Φίλιππος Σπυρόπουλος, Ευριπίδης Στυλιανίδης, Κώστας Χρυσόγονος, και ο ίδιος ο Ευάγγελος Βενιζέλος που θα συντονίσει και τη συζήτηση.
