Πιθανόν να είχε περάσει κάτω από τα ραντάρ της κοινής γνώμης, αν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας (επικαλούμενος ταξίδι στο Βελιγράδι) δεν απαξίωνε με την απουσία του την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής (19/12), προκαλώντας το θερμό επεισόδιο ανάμεσα στον Δημήτρη Καιρίδη και στον υφυπουργό Εθνικής Άμυνας Θανάση Δαβάκη (αναλυτικά: «Γαλάζιος σκοτωμός» Καιρίδη - Δαβάκη λόγω της απουσίας Δένδια).
Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, υπό τον βαρύγδουπο τίτλο «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή», εισήχθη την περασμένη εβδομάδα στη Βουλή (θα συζητηθεί στην Ολομέλεια αμέσως μετά τις γιορτές) και, σύμφωνα με τους ίδιους τους υπηρετούντες, δεν εκσυγχρονίζει αλλά ανατρέπει βίαια το υπηρεσιακό, ιεραρχικό και μισθολογικό καθεστώς των στρατιωτικών, επιτείνοντας ανισότητες και θεσμοθετώντας νέες αδικίες.
Τα περίπου 17.000 σχόλια στη δημόσια διαβούλευση, στην πλειονότητά τους αρνητικά, ενισχύουν τη θέση σύσσωμης της αντιπολίτευσης για άμεση απόσυρση του ογκωδέστατου κειμένου (αποτελείται από περισσότερα από 300 άρθρα). Και εξηγούν, σε μεγάλο βαθμό, την «απόδραση» Δένδια από τον ορυμαγδό αντιδράσεων στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας της Βουλής.
«Τιμωρία» για τους φοιτητές
Στην καρδιά της κριτικής βρίσκεται η αυστηροποίηση του πλαισίου των αναβολών στράτευσης, που πλήττει ευθέως φοιτητές, νέους επιστήμονες και υποψήφιους διδάκτορες. Το νομοσχέδιο βάζει τέλος στην ευελιξία των εκπαιδευτικών αναβολών, επιβάλλοντας όρια σπουδών «ν+2» για τους φοιτητές ΑΕΙ και μειώνοντας την ηλικία αναβολής για τους υποψήφιους διδάκτορες από τα 33 στα 30 έτη. Η κατάργηση της φοιτητικής άδειας σημαίνει ότι νέοι άνθρωποι καλούνται να διακόψουν σπουδές και επαγγελματικά σχέδια εν μέσω θητείας, την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη διακηρύσσει υποκριτικά την «ανάγκη ανάσχεσης του brain drain».
Ειδικά για την ιατρική εκπαίδευση η προτεινόμενη κατάργηση του άρθρου 19 του Νόμου 3421/2005 θα οδηγήσει σε διακοπή της ειδικότητας με τη λήξη της αναβολής και άρα σε απώλεια θέσης ειδικευόμενου στο ΕΣΥ και σε καθυστέρηση στην επαγγελματική εξέλιξη του νέου γιατρού. Πρόκειται για πλήγμα στους υποψήφιους ειδικευόμενους αλλά και στην επάρκεια του υποστελεχωμένου ΕΣΥ.
«Μπαμπούλας» και για τους νέους του εξωτερικού
Στο πνεύμα στρατιωτικοποίησης εντάσσονται και οι περιορισμοί στις αναβολές για Έλληνες του εξωτερικού, που αφορούν μόνο όσους έφυγαν από τη χώρα μεταξύ 16 και 19 ετών, υπονομεύοντας κάθε σοβαρή προσπάθεια επιστροφής επιστημονικού δυναμικού. Το νομοσχέδιο καταργεί ακόμη και τη δυνατότητα να έρχονται στην Ελλάδα οι ανυπότακτοι εξωτερικού για περίοδο 40 ημερών προκειμένου να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα χωρίς τον φόβο της σύλληψης, διάταξη που είχε θεσπιστεί το 2005.
Η Διεθνής Αμνηστία τονίζει ότι οι περιορισμοί στη δυνατότητα παραμονής στη χώρα καθιστούν στέρηση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και συνιστούν δυσανάλογα μέτρα με εκδικητικό χαρακτήρα.
Ως προς το δικαίωμα εξαγοράς, αυτό μετατίθεται πλέον στα 40 έτη και το κόστος της αυξάνεται δραματικά, στα 1.500 ευρώ τον μήνα (από 810 ευρώ πριν)!
«Πηγές» του υπουργείου Άμυνας, για να δικαιολογήσουν τα παραπάνω, επικαλούνται την «απώλεια περίπου 16.500 στρατεύσιμων ετησίως από Έλληνες του εξωτερικού και απαλλαγές λόγω υγείας».
Ακόμα ένα χτύπημα στα δικαιώματα των αντιρρησιών συνείδησης
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι διατάξεις για τους αντιρρησίες συνείδησης (βλέπε και το σχετικό ρεπορτάζ στην ΑΥΓΗ της Κυριακής 21/12). Παρά τις επανειλημμένες καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το νομοσχέδιο διατηρεί μια τιμωρητική εναλλακτική υπηρεσία, με υπέρμετρη διάρκεια, οικονομικές επιβαρύνσεις και γεωγραφικούς περιορισμούς. Η αναγνώριση των αντιρρησιών παραμένει υπό τον έλεγχο των στρατιωτικών Αρχών, κατά παράβαση των διεθνών προτύπων, ενώ συνεχίζεται η ποινικοποίηση της άρνησης στράτευσης.
Εθελοντική στράτευση γυναικών
Την αυστηροποίηση που φέρνει το σχέδιο νόμου στηλιτεύει στις παρατηρήσεις που δημοσιοποίησε και ο Συνήγορος του Πολίτη, εγείροντας ερωτήματα για τη συμβατότητα του νομοθετήματος με θεμελιώδεις αρχές του Κράτους Δικαίου. Τα επιμέρους τμήματα του νομοσχεδίου -από την αξιολόγηση και την εκπαίδευση έως τη στρατολογία- χαρακτηρίζονται από ασαφή κριτήρια και τεράστια περιθώρια αυθαιρεσίας.
Οι όροι για την εθελοντική στράτευση γυναικών είναι επίσης γενικόλογοι, καθώς προβλέπουν καθήκοντα και θητεία χωρίς σαφή σύνδεση με βαθμολογικές και μισθολογικές ρυθμίσεις, ενώ δεν διασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών εξέλιξης των γυναικών με τους άνδρες συναδέλφους τους.
Μεγάλοι χαμένοι οι υπαξιωματικοί
Το μεγαλύτερο πεδίο αντιπαράθεσης αφορά τη σταδιοδρομία και την εξέλιξη του προσωπικού, με τους υπαξιωματικούς να αναδεικνύονται στους μεγάλους χαμένους. Για πρώτη φορά η προαγωγή συνδέεται με την ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, ενώ η κρίση «ευδοκίμως τερματίσας» μετατρέπεται σε δυσμενή.
Οι απόφοιτοι των ΑΣΣΥ βλέπουν να αφαιρούνται έως και έξι βαθμοί από τη μελλοντική τους εξέλιξη, παρά το γεγονός ότι εισήχθησαν στις σχολές με διαφορετικούς όρους και προσδοκίες. Αντίστοιχες απώλειες καταγράφονται για τους Εθελοντές Μακράς Θητείας και τους ΕΠ.ΟΠ., με άμεσες συνέπειες στον μισθό και στη μοριοδότησή τους.
Το λεγόμενο «Σώμα Υπαξιωματικών», αμερικανόφερτο και αποκομμένο από την ελληνική στρατιωτική παράδοση, επικρίνεται από την αντιπολίτευση ως μηχανισμός θεσμοθέτησης ενός συστήματος «καστών», όπου η προέλευση μετρά περισσότερο από την εμπειρία και την προσφορά.
Ευθείες βολές κατά του υπουργείου εξαπέλυσαν κατά τη συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής εκπρόσωποι των Ομοσπονδιών των Στρατιωτικών και των Ενώσεων Αποστράτων, καταγγέλλοντας την απουσία διαβούλευσης. Μίλησαν για «προσβλητική υποβάθμιση, βαθμολογική καθήλωση και μαζική απαξίωση του ανθρώπινου δυναμικού των Ενόπλων Δυνάμεων».
Οι μισθολογικές ρυθμίσεις, που παρουσιάζονται επικοινωνιακά ως «αναβάθμιση», στην πράξη αφήνουν ανέπαφες τις δομικές ανισότητες. Οι αυξήσεις είναι οριακές και δεν αποκαθιστούν τις διαφορές αποδοχών για στελέχη ίδιου βαθμού και καθηκόντων. Την ίδια στιγμή αγνοείται πλήρως το πολιτικό προσωπικό, παρότι συμβάλλει καθοριστικά στη λειτουργία των Ε.Δ.
Σύμφωνα με την προοδευτική αντιπολίτευση, το σχέδιο νόμου δεν συνιστά απλώς μια «κακή μεταρρύθμιση», από την οποία απουσιάζουν η ενίσχυση του προσωπικού και η θεσμική θωράκιση. Αλλά αποτελεί αντανάκλαση μιας ευρύτερης πολιτικής επιλογής: της ευθυγράμμισης της χώρα μας με την Ατζέντα 2030 του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και τη λογική της «πολεμικής οικονομίας», το κόστος της οποίας μετακυλίεται ήδη στους μισθούς, στις συντάξεις, στο κοινωνικό κράτος και στα δικαιώματα.