Τι εννοούμε, λοιπόν με τον ορισμό «λαϊκή μνήμη»; Ορίζουμε τη λαϊκή μνήμη κατά πρώτον ως ένα αντικείμενο μελέτης και κατά δεύτερο λόγο ως μια διάσταση της πολιτικής πρακτικής. Τα όρια και οι δυσκολίες που θέτει η ακαδημαϊκή ιστορία σε σύγκριση με τα πιο λαϊκά είδη γραφής, συνδέονται με τον καθορισμό της ιστορίας ως τέχνης ή ως επιστήμης.
Ο πλουραλισμός και η πολυφωνία της ιστορικής έρευνας καθορίζονται από την επεξεργασία των ιστορικών πηγών και των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν. Η πολυσυλλεκτικότητα του λόγου των ιστορικών αποτελεί το καλύτερο εχέγγυο της εξακρίβωσης της ακρίβειας των ιστορικών κειμένων.
Κατά τη διαδικασία της αναζήτησης της ιστορίας της «λαϊκής μνήμης» οφείλουμε να εξακριβώσουμε τα μέσα με τα οποία η κοινωνική μνήμη παράγεται. Πρέπει να εντοπίσουμε τις πρακτικές που είναι δόκιμες ειδικά στο πλαίσιο της επαγγελματικής ιστορικής γραφής.
Η καταγραφή της λαϊκής μνήμης εξαρτάται από τη θεωρία, τη μέθοδο και την οργάνωση της συγγραφικής δραστηριότητας. Κάθε ιστορικός δανείζεται στοιχεία από διάφορες επιστήμες και τα προσαρμόζει στις ανάγκες της δικής του έρευνας. Μέσα από μια διασταύρωση των πηγών μπορούμε να ακούσουμε τις φωνές του παρελθόντος. Αυτές οι πηγές δεν είναι απαραίτητο ότι έχουν μια γραπτή ή λογοτεχνική γραφή. Η διάσταση της λαϊκής μνήμης που βρίσκεται πλησιέστερα προς την πρακτική της προφορικής ιστορίας καθορίζει τον σχεδιασμό ολόκληρου του πεδίου της έρευνας.
2. Ο τρόπος που οι ιστορικοί αναπτύσσουν τα επιχειρήματά τους επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τα
πράγματα. Πρέπει να αναγνωρίσουμε μια μεγαλύτερη διαδικασία κατά την οποία εμείς οι ίδιοι καθοριζόμαστε από το παρελθόν αλλά ταυτόχρονα επεξεργαζόμαστε διαρκώς το παρελθόν που μας διαμόρφωσε. Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο σε μας αν η μελέτη της «λαϊκής μνήμης» πρέπει να επιδιωχθεί ως ένας επιπρόσθετος τρόπος ιστορικής γραφής ή πρέπει να θεωρηθεί ως μια εναλλακτική μέθοδος προς τη συμβατική ιστοριογραφία, ή πράγματι ως μια προοπτική που θα πρέπει να διέπει όλη την ιστορική πρακτική. Όμως είναι σίγουρο ότι τα επιχειρήματα που θέλουμε να προβάλλουμε, προέρχονται κατά ένα μεγάλο μέρος από τη μελέτη των αντιφάσεων της ακαδημαϊκής ιστορίας, ειδικά εκεί όπου επιχειρείται η διασύνδεση με τη λαϊκή, σοσιαλιστική ή φεμινιστική
πολιτική. Η πλοκή των ιστορικών γεγονότων δεν είναι ολότελα επινοημένη αλλά αναφέρεται σε μια πραγματικότητα. Η χρονολόγηση ενός ιστορικού γεγονότος είναι κρίσιμη καθώς πηγαίνουμε πίσω για να δούμε πως εκδιπλώνεται ένα φαινόμενο. Όμως εάν περιοριστούμε σε μια συγκεκριμένη εποχή θα δούμε μια διαφορετική σύλληψη του χρόνου από τα διάφορα κοινωνικοπολιτικά στρώματα. Για να χαρτογραφήσουμε την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών θα πρέπει να αποδώσουμε σε κάθε εποχή τα χαρακτηριστικά της. Πρέπει να συμπεριλάβουμε όλους τους τρόπους με τους οποίους η έννοια του παρελθόντος κατασκευάζεται στην
κοινωνία μας. Αυτοί οι τρόποι δεν είναι απαραίτητο ότι συμβαδίζουν με τα ακαδημαϊκά κριτήρια της διανόησης ή με τους κανόνες της
επαγγελματικής ιστορικής γραφής. Η κοινωνική παραγωγή της μνήμης είναι μια συλλογική διαδικασία στην οποία όλοι συμμετέχουμε. Με αυτήν την έννοια , ο ιστορικός είναι ο συλλέκτης της μνήμης της
ανθρωπότητας.
3. Στη σύγχρονη εποχή υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο της προσήλωσης σε μια επίσημη, μη λαϊκή ακαδημαϊκή γραφή που κυριαρχείται από αυστηρές νόρμες. Αν διατηρήσουμε αυτήν την εστίαση διατρέχουμε τον κίνδυνο να αναπαράγουμε ορισμένες πολύ συντηρητικές μορφές. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει εμφανιστεί μια σημαντική αύξηση στην ποσότητα μελετών που αφορούν ζητήματα αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης και των μορφών πολιτιστικής ταυτότητας . Η πιο χαλαρή έννοια του ιστορικού ως ερασιτέχνη προσεγγίζει τη πιο δύσκαμπτη έννοια του ιστορικού ως εξειδικευμένου ακαδημαϊκού. Υπάρχει μια συσσώρευση εγγράφων, δημοσιευμένων μελετών και μακροσκελών βιβλίων που αναδύεται μέσα από το ισχυρό αυτό διανοητικό ρεύμα. Μπορούμε να προτείνουμε με βεβαιότητα ότι το εργατικό κίνημα σήμερα διαθέτει μεγαλύτερη ιστορική συνείδηση σε σχέση με προηγούμενες περιόδους. Η ενσωμάτωση της μελέτης της «λαϊκής μνήμης» στα ιστορικά έντυπα δείχνει την κατεύθυνση στη δέσμευση στη σοσιαλιστική ιδέα της αμιγούς λαϊκής ιστορίας.
Η επέκταση μιας αριστερής ακαδημαϊκής επικράτειας είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δεκαετιών του 1960 και 1970 και έχει
δημιουργήσει εντάσεις που είναι οικείες στους αναγνώστες των σύγχρονων ιστορικών βιβλίων. Οι σοσιαλιστικές και φεμινιστικές
θεωρίες έχουν αναπτυχθεί σε σύνδεση με τα Πανεπιστήμια και τα Πολυτεχνεία. Μερικές από τις αντιφάσεις και ορισμένοι διαφορετικοί
τρόποι χειρισμού αυτών των αντιφάσεων διαφαίνονται στις αντιτιθέμενες απόψεις των ιστορικών της Πανεπιστημιακής κοινότητας . Η νέα σύλληψη της ιστορίας καταρρίπτει οποιαδήποτε δογματική αφετηρία και οδηγεί στην κριτική παρέμβαση των ιστορικών σε ζητήματα με μείζονα πολιτική και κοινωνική σημασία. Το ενδιαφέρον του ιστορικού εστιάζεται στη λειτουργικότητα του κειμένου και όχι στο λόγο για τον οποίο γράφτηκε. Με την αποδόμηση του εσωτερικού λόγου ενός ιστορικού κειμένου μπορούμε να ανακαλύψουμε τις υφέρπουσες σχέσεις εξουσίας.
Το σημαντικότερο θέμα σχετικά με τη σύζευξη της λαϊκής μνήμης με τη πολιτική και κοινωνική ιστορία είναι η κατανόηση του τρόπου με τους οποίους η έννοια του παρελθόντος παράγεται και κληροδοτείται στις επερχόμενες γενιές. Σύμφωνα με το αφήγημα των μεταμοντερνισμού, το ιστορικό γεγονός επιδέχεται πολλές ερμηνείες γι’ αυτό δεν υπάρχει μια
4. Μόνο αφήγηση της ιστορίας. Η ορθότητα των αντιλήψεων του μεταμοντερνισμού αμφισβητείται από το σύνολο των ιστορικών οι
οποίοι συντάσσονται με την επιστημονική θεμελίωση του κλάδου. Η εξέταση του ιδιωτικού βίου ενός λαού και οι δημόσιες αναπαραστάσεις των συλλογικών βιωμάτων ανατρέπουν τη μεταμοντέρνα θεώρηση της ιστορίας ως ένα κατασκεύασμα που κληροδοτήθηκε από τις προηγούμενες γενιές.
Στον χώρο των ιστορικών επιστημών υπάρχουν πολλαπλές ερμηνείες επειδή οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι πιο ανοιχτές σε διαφορετικά σενάρια. Από τη στιγμή που το ιστορικό κείμενο γίνεται κτήμα της κοινωνίας τότε υφίσταται διαφορετικές και ποικίλες αναγνώσεις και επιδέχεται διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνείες. Όταν μια επιστημονική κοινότητα ιστορικών συμφωνεί για το τι είναι η πραγματικότητα, τότε γεννιέται ο επιστημονικός ιστορικός λόγος.