Live τώρα    
Επέτειος και αυτοκριτική
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Επέτειος και αυτοκριτική

Βομβαρδισμός Αμμοχώστου κατά την τουρκική εισβολή της Κύπρου το 1974

Η διπλή εισβολή της Τουρκίας του Ιουλίου-Αυγούστου 1974 έχει χαραχθεί βαθιά στην ελληνική συνείδηση ως ακόμη μία καταστροφή που έχει προκαλέσει μαζικές -υπό την εφόρμηση των όπλων- εκτοπίσεις, χαμένες πατρογονικές εστίες καθώς και κατοχή.

Για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε στην εισβολή, θα βοηθήσει μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση από το 1960 της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου 1959 εγκαθίδρυσής της ορίστηκε η δικοινοτική πολιτειακή δομή (state of affairs) και εξ αδιαιρέτου διανομή της διακυβέρνησής της, όπως υιοθέτησαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Τουρκία. Από τις χώρες αυτές μεταγράφηκε η πολιτειακή δομή της ιδρυτικής συμφωνίας στο Σύνταγμα που θέσπισαν και ίσχυσε προ της τυπικής ανεξαρτησίας του 1960 με την ανάδειξη των ηγετών. Την εγγύηση ότι θα διασφαλίζονταν η πολιτειακή δομή και το σύνταγμα καθώς και η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέλαβαν με επεμβατική δυνατότητα -δυνάμει του άρθρου 4- το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Τουρκία. Η συνθήκη αυτή εγγύησης ισχύει μέχρι σήμερα για την Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι το δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος.

Αυτόν τον πυρήνα της δομής, με προεξάρχον το δικαίωμα αρνησικυρίας του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου, το 1963 επιχείρησε να τροποποιήσει ο Ελληνοκύπριος Πρόεδρος. Μολονότι η βούληση ήταν να προωθηθεί συναινετικά η τροποποίηση, εντούτοις η κίνηση αυτή εκλήφθηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα ως απειλή της ασφάλειάς της και αντιδρώντας αποσύρθηκε σε θύλακες δικής της διοίκησης.

Το 1964, στη διάρκεια διακοινοτικών συγκρούσεων, η Τουρκία ως εγγυήτρια επενέβη βομβαρδίζοντας με ναπάλμ (χημικός πόλεμος) την Τηλλυρία. Μια πρώτη εισβολή που διέκοψε η αμερικανική παρέμβαση. Από τότε μέχρι την παρούσα φάση οι δύο κοινότητες ευρίσκονται σε διάσταση, μια εκκρεμότητα που απαιτεί την επανόρθωση στο αρχικό πρότυπο της δικοινοτικής διακυβέρνησης. Η εξουσία έκτοτε ασκείται από την κυπριακή κυβέρνηση υπό την παρούσα μορφή. Διαθέτει εξωτερική νομιμοποίηση βάσει του ψηφίσματος 186/1964 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ΣΑ/ΗΕ), εκπροσωπώντας αποκλειστικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Παράλληλα, με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης (salus populi suprema lex esto), διασφαλίζεται η εσωτερική νομιμοποίηση που δικαιολογεί την οιονεί συνταγματική παρέκκλιση.

Επί μια δεκαετία διατηρήθηκε η μονοκοινοτική διακυβέρνηση ως status quo. Μάλιστα, την περίοδο 1972-1974 διεξαγόταν διάλογος εμπειρογνωμόνων για τη συνταγματική αναθεώρηση με προοπτική να συμφωνηθεί ένα πρότυπο ενισχυμένης αυτοδιοίκησης της τουρκοκυπριακής κοινότητας με βάση τους θύλακες (μια παραλλαγή πολυπεριφερειακής αυτονομίας). Ήταν εμφανές ότι επιδιωκόταν, αντί άλλης επιλογής, να διευθετεί η υπόσταση της τουρκοκυπριακής κοινότητας με πρότυπο αυτοδιοίκησης που η ίδια αποδεχόταν. Μια καλή φόρμουλα που θα επιβεβαίωνε την ελληνοκυπριακή επικράτηση. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία όμως παλινώδησε με τη δικαιολογία ότι η αυτοδιοίκηση ίσως άνοιγε τον δρόμο για κάτι περισσότερο, δηλαδή ότι η τουρκοκυπριακή ηγεσία ίσως επιζητούσε ως επόμενο βήμα την ομοσπονδία.

Το πραξικόπημα και η εισβολή

Ακολούθησε η εγκληματική ανατροπή του Προέδρου Μακαρίου με το πραξικόπημα που οργάνωσαν και εκτέλεσαν χουντικοί αξιωματικοί από την Ελλάδα με εντολές της Αθήνας, και ειδικότερα του δικτάτορα Ιωαννίδη. Η πράξη αυτή χαρακτηρίστηκε ως εισβολή (invasion) των Αθηνών ακόμη και από τον Μακάριο ενώπιον του ΣΑ/ΗΕ τη 19η Ιουλίου 1974. Αν δεχόμασταν την άποψη περί επέμβασης/εισβολής στην οποία απαντά επεμβαίνοντας στρατιωτικά η Τουρκία με βάση το άρθρο 4 της συνθήκης εγγύησης του 1960, επειδή με το πραξικόπημα απειλήθηκε η πολιτειακή δομή (state of affairs) της συμφωνίας Ζυρίχης, τότε θα πέφταμε σε παγίδα. Η στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας δεν θα αποκαθιστούσε την πολιτειακή δομή διότι αποσκοπούσε στη διχοτόμηση που οι συμφωνίες και το σύνταγμα απαγόρευαν. Εξάλλου, η δομή τελούσε με εκατέρωθεν συναίνεση σε μια οιονεί συνταγματική μεταβολή, όπως σημειώσαμε. Ούτε η ένωση πραγματοποιήθηκε.

Η στρατιωτική επιχείρηση ήταν υπερβολική. Ούτε με αυτή επρόκειτο να αποκατασταθεί η τουρκοκυπριακή κοινότητα, η υπόσταση της οποίας δεν απειλήθηκε από το πραξικόπημα. Ούτε η στρατιωτική επέμβαση (επέμβαση κατά τη συνθήκη εγγύησης) μπορούσε να ήταν το πρώτο ή το μόνο μέσο αν δεν είχαν εξαντληθεί, άλλα ηπιότερα μέσα. Ούτε η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν τόσο αναγκαία ούτε πιεστική για την οποία δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια αντίδρασης, παρά μόνο η προσφυγή στην ακραία στρατιωτική επέμβαση. Η κίνηση της Τουρκίας δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε αναλογική. Τεχνηέντως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί η τουρκική εισβολή ως απάντηση στο χουντικό πραξικόπημα που θεωρήθηκε επέμβαση.

Ανήμερα της εισβολής το ΣΑ/ΗΕ έκανε έκκληση να τερματιστεί κάθε ξένη επέμβαση (όχι εισβολή) καθώς και να υπάρξει άμεση αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων των οποίων η παραμονή στην Κύπρο δεν προβλέπεται από τις συνθήκες. Η εισβολή δεν καταδικάστηκε. Κάλεσε τις εγγυήτριες δυνάμεις να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις για την επανόρθωση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο και όχι επαναφορά στο status quo ante, δηλαδή την προτέρα κατάσταση. Η βούληση της διεθνούς κοινότητας εκδηλώθηκε υπέρ μιας νέας μορφής συνοίκησης των δύο κοινοτήτων, οι οποίες θα μπορούσαν να ελέγχουν τις αντίστοιχες εδαφικές περιφέρειές τους, δηλαδή ένα είδος ομοσπονδίας. Το ΣΑ/ΗΕ με τα ψηφίσματά του διαχρονικά διασφαλίζει την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Από το 1975 και εντεύθεν το ΣΑ/ΗΕ ανέθεσε στις δύο κοινότητες, υπό τη μεσολάβηση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, τη διαπραγμάτευση για την εσωτερική αναδιάρθρωση από τη δομή του ενιαίου συναινετικού κράτους των δύο κοινοτήτων της Ζυρίχης προς μια διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία. Εξού και ο διακοινοτικός διάλογος, το αποτέλεσμα του οποίου θα επικυρώσουν οι τρεις συμβαλλόμενες χώρες, διότι πρόκειται για αναθεώρηση της συμφωνίας Ζυρίχης του 1959, και θα διασφαλίζει τη συνέχεια του κράτους.

Ο διακοινοτικός διάλογος συνεχίζει σε δύο τραπέζια. Πρώτο, στη διαμόρφωση από τις δύο κοινότητες της εσωτερικής ομοσπονδιακής δομής και στη θεραπεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που στέρησε η εισβολή, ήτοι το περιουσιακό, την εγκατάσταση και την ελευθερία κίνησης. Δεύτερο, στην εξωτερική πτυχή, στην οποία έχει συμπεριληφθεί από το 2017 και η συζήτηση για την κατάργηση των (επεμβατικών) εγγυήσεων και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων με τη συμμετοχή και των τριών εγγυητριών χωρών. Τα δύο αυτά ζητήματα αφορούν την κυριαρχία, την ακεραιότητα και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας στη λογική μιας ομοσπονδιακής προοπτικής. Ο μηχανισμός εφαρμογής που κατατέθηκε στο Κραν Μοντανά αφορά την αντικατάσταση της συνθήκης εγγύησης.

* Ο Πέτρος Λιάκουρας είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές» στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0