Τα τελευταία 15 χρόνια γινόμαστε -ξανά και ξανά- μάρτυρες του ίδιου τρίπτυχου ενεργειών που έχουν ως αυτοσκοπό τη δημιουργία εύφορου εδάφους για τον ιδιωτικό τομέα με την πρότερη φυσικά υποβάθμιση των αντίστοιχων παρεχομένων δημοσίων αγαθών. Το είδαμε στη Δημόσια Υγεία, πλέον το βλέπουμε μετά από ένα σύνολο συνειδητών πολιτικών αποφάσεων και στην Παιδεία.
Οι ενέργειες αυτές ξεκινούν με την υποχρηματοδότηση, συνεχίζονται με την υποστελέχωση, και καταλήγουν με μία προπαγάνδα προς δυσφήμιση της ποιότητας παρεχόμενων υπηρεσιών του δημόσιου τομέα, του προσωπικού του, και των δυνατοτήτων του συνολικά. Σε συνέχεια αυτών παρουσιάζεται ο ιδιωτικός τομέας ως πανάκεια, η ύπαρξη του οποίου -όπως διατείνονται οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού- λόγω της ελεύθερης αγοράς και του ανταγωνισμού θα οδηγήσει και στην αναβάθμιση του αντίστοιχου δημόσιου τομέα.
Αξίζει να αναλυθεί λοιπόν το παραπάνω τρίπτυχο στο χώρο της Δημόσιας Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, που προετοίμασε και το έδαφος ώστε η Κυβέρνηση της ΝΔ να επιχειρεί να φέρει προς ψήφιση πλέον το Νομοσχέδιο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ακόμα και πριν την αναθεώρηση του Άρθρου 16 του Συντάγματος.
1.Υποχρηματοδότηση: Σύμφωνα με τη Eurostat οι δαπάνες που δίνονται στην Ελλάδα για τη δημόσια εκπαίδευση, υπολείπονται του Ευρωπαϊκού μέσου όρου, και μάλιστα είναι χαρακτηριστικό πως το 2019 η Ελλάδα κατέλαβε την τρίτη χαμηλότερη θέση στον προϋπολογισμό της για την παιδεία ως ποσοστό του ΑΕΠ ανάμεσα στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Στον προϋπολογισμό του 2024 οι δαπάνες για τη δημόσια παιδεία ήταν ξανά καθηλωμένες στο 2.8% του ΑΕΠ (όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται σε 5-5.5%). Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς κατανόηση της μείωσης χρηματοδότησης προς τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση πιο συγκεκριμένα, είναι και τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Σύμφωνα με αυτά η επιχορήγηση που λάμβανε το Πολυτεχνείο το 2009 ήταν 19,68 εκατ. ευρώ, ενώ φέτος η αντίστοιχη χρηματοδότηση θα είναι 7,17 εκατ. ευρώ. Μειωμένη δηλαδή κατά 63.6%. Ερευνα του ΚΕΠΥ αποδεικνύει ότι τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ είναι με μεγάλη διαφορά τα πιο υποχρηματοδοτημένα στην Ευρώπη, αφού στη χώρα μας το ποσό που δαπανάται ανά φοιτητή είναι μόλις 2.360 ευρώ ανά φοιτητή με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρα να είναι 11.700 ευρώ.
2.Υποστελέχωση: Ήδη το 2013 όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης είχε αναγγείλει την απόλυση 1.349 εργαζομένων από τα 8 μεγαλύτερα πανεπιστήμια της χώρας, μεγάλο μέρος εκ των οποίων ήταν προσωπικό φύλαξης των ιδρυμάτων αυτών (σε ένα σύνολο 15.000 απολύσεων που πραγματοποιήθηκαν στο δημόσιο τομέα την περίοδο 2013-2014). Σε ό,τι αφορά στα μέλη ΔΕΠ των Πανεπιστημίων η κατάσταση είναι παρόμοια και μόλις στο 65% των ΑΕΙ έχει εφαρμοστεί το μέτρο 1:1 στις προσλήψεις (μία πρόσληψη για κάθε μία συνταξιοδότηση). Η σημερινή αναλογία φοιτητών και μελών ΔΕΠ είναι 3.5 φορές υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αφού στη χώρα μας αντιστοιχεί 1 μέλος ΔΕΠ ανά 47 φοιτητές. Με βάση μάλιστα τα στοιχεία που έδωσε το ΕΜΠ στη δημοσιότητα το 2009 το Πολυτεχνείο λειτουργούσε με 612 μέλη ΔΕΠ, ενώ σήμερα λειτουργεί με μόλις 391 (μείωση 36%).
3.Δυσφήμιση: Εδώ και χρόνια παρατηρούμε μία προσπάθεια δυσφήμισης των δημοσίων ΑΕΙ, με τον χαρακτηρισμό τους ως “Κέντρα ανομίας ή εγκληματικότητας”. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως πρωθυπουργός, κατά την ομιλία του στη Βουλή για την κατάργηση του Ασύλου στα δημόσια πανεπιστήμια (8 Αυγούστου 2019), παρουσίασε μία εικόνα υπολειτουργίας των Πανεπιστημίων, που οι εργαζόμενοι φοβούνται να δουλέψουν, οι βιβλιοθήκες είναι κλειστές και οι διάδρομοι βρώμικοι. Μίλησε μάλιστα για τον πρωτοετή φοιτητή που θα νιώθει “άβολα” βλέποντας αγνώστους στο χώρο του πανεπιστημίου, για ναρκωτικά να κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι και για μολότοφ και κουκούλες στα υπόγεια των πανεπιστημίων. Εικόνες που όποιος ή όποια έχει σπουδάσει στα δημόσια πανεπιστήμιά μας ή έστω τα έχει επισκεφθεί ξέρει ότι αποτελούν προϊόν επιστημονικής φαντασίας και η όποια μεμονωμένη τέτοια ενέργεια έχει συμβεί, φυσικά δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κάτι σύνηθες ή ως κανονικότητα. Αντιθέτως, αυτό που οι φοιτητές και οι απόφοιτοι δημοσίων πανεπιστημίων βλέπουν, είναι προσωπικό που παρά τον μικρό του αριθμό και τις ολοένα και πιο μειωμένες απολαβές του εργάζεται καταφέρνοντας τα δημόσια πανεπιστήμιά μας να είναι ψηλά στις παγκόσμιες κατατάξεις των πανεπιστημίων. Βλέπουν παράλληλα ανοιχτές βιβλιοθήκες, που δυστυχώς όμως το Κράτος δε φροντίζει να συντηρεί. Τέλος σχετικά με τους βρώμικους διαδρόμους, για αυτό πάλι μπορεί να κατηγορηθεί η Κυβέρνηση αφού για παράδειγμα αυτά τα χρόνια είδαμε απολύσεις συμβασιούχων εργαζόμενων καθαριότητας σε διάφορα πανεπιστήμια, με πρόσφατα αυτό του Πανεπιστημίου Πατρών (90 συμβασιούχων τον Οκτώβριο), ενώ το ΕΚΠΑ βρέθηκε στο ξεκίνημα του 2024 χωρίς προσωπικό καθαριότητας.
Στο παραπάνω τρίπτυχο η κυβέρνηση της ΝΔ ψήφισε και ένα σύνολο μέτρων που όχι μόνο μείωσαν τους εισακτέους στη δημόσια δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά εξίσωσαν σε πολλές περιπτώσεις και τα επαγγελματικά δικαιώματα ιδιωτικών κολλεγίων με αυτά των δημοσίων ΑΕΙ. Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής που θέσπισε, η Υπουργός Νίκη Κεραμέως, έχει στερήσει σε περισσότερους από 30.000 φοιτητές την είσοδο στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, καθώς ακόμα και αν συγκεντρώνουν τα μόρια που απαιτεί μία σχολή συνολικά, πρέπει να συγκεντρώσουν και την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (σε πολλές περιπτώσεις αρκετά υψηλότερη από τη βάση του 10) στα μαθήματα που ορίζονταν κάθε φορά. Φυσικά δεν θέσπισε την αντίστοιχη Βάση Εισαγωγής και για τα ιδιωτικά κολλέγια, με αποτέλεσμα αυτά να τετραπλασιάσουν τα έσοδά τους από την εφαρμογή του μέτρου και έπειτα. Παράλληλα, η ίδια ως υπουργός Παιδείας, κατήργησε τα τμήματα ελεύθερης πρόσβασης, πριν καν λειτουργήσουν, που θα έδιναν τη δυνατότητα σε παιδία να σπουδάσουν δύο χρόνια σε τεχνικά αντικείμενα, χωρίς να απαιτείται να δώσουν πανελλήνιες εξετάσεις. Μετά από τις παραπάνω ενέργειες λοιπόν, που αδιαμφισβήτητα μείωσαν τους μαθητές που μπορούν να έχουν πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Δημόσια Δωρεάν Εκπαίδευση, και όξυναν τις ταξικές ανισότητες, έρχεται το νέο Νομοσχέδιο να Παρουσιάσει τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια ως πανάκεια στα παραπάνω προβλήματα.
Στο μεταξύ η Κυβέρνηση προσπαθεί να καθησυχάσει τις φωνές που μιλάνε για υποβάθμιση των δημόσιων πανεπιστημίων μέσα από το νέο Νομοσχέδιο, καθώς τονίζει πως η ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων θα ενισχύσει τα δημόσια λόγω του ανταγωνισμού, προσθέτοντας επίσης ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που δεν έχει ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Φυσικά κάτι τέτοιο μπορεί να καταρριφθεί αρκετά εύκολα, καθώς ήδη υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ της παγκόσμιας ακαδημαϊκής κοινότητας και των ελληνικών πανεπιστημίων, ενώ ο ανταγωνισμός ιδιωτικού-δημόσιου τομέα είναι εξαρχής άδικος αφού οι παροχές στα δημόσια ιδρύματα εξαρτώνται από τις πολιτικές αποφάσεις και τις χρηματοδοτήσεις που δίνονται σε αυτά. Εξάλλου το επιχείρημα αυτό έχει αποδειχθεί μη αληθές και αν αναλογιστούμε για παράδειγμα την Υγεία, καθώς η ύπαρξη ιδιωτικής Υγείας, δεν οδήγησε σε αναβάθμιση του δημόσιου συστήματος, ίσα ίσα που διαρκώς υποβαθμίζεται, αφού σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ οι δημόσιες δαπάνες για την Υγεία στη χώρα μας μειώθηκαν σε αντίθεση με την υπόλοιπη ΕΕ όπου παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις, ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες για υγεία έχουν αυξηθεί.
Σε ό,τι αφορά μάλιστα τα Ιδιωτικά πανεπιστήμια ανά τον κόσμο βλέπουμε ότι λαμβάνουν μεγάλες κρατικές επιχορηγήσεις για τη λειτουργία τους, ενώ στην Αμερική έχουν οδηγήσει και σε τρισεκατομμύρια χρέους από απλήρωτα φοιτητικά δάνεια. Εύλογο είναι λοιπόν το ερώτημα αυτές οι κρατικές επιχορηγήσεις που οι υπόλοιπες χώρες δίνουν στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ή η πρόσβαση των πανεπιστημίων αυτών σε κονδύλια ερευνητικών προγραμμάτων (ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης κτλ.), δεν οδηγεί αυτόματα σε υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου,αφού οι πόροι στους οποίους θα έχει αυτό πρόσβαση μειώνονται;
Τέλος το ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που δεν έχει ιδιωτικά πανεπιστήμια, μόνο ως θετικό πρέπει να αξιολογείται, αφού κατά γενική ομολογία το μοντέλο της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχει αποτύχει. Στην Ευρώπη τα αξιόλογα πανεπιστήμιά της, είναι δημόσια (ασχέτως αν ορισμένα έχουν δίδακτρα), ενώ στην Αμερική τα ιδιωτικά πανεπιστήμια πέραν των σκανδάλων για διαφθορά τα οποία έχουν βγει στη δημοσιότητα, έχουν συνδεθεί και με την όξυνση ταξικών ανισοτήτων, αφού οι φοιτητές/τριες χαμηλού εισοδήματος με υψηλούς βαθμούς στο λύκειο έχουν σχεδόν 20% λιγότερες πιθανότητες να εγγραφούν στο πανεπιστήμιο σε σχέση με εύπορους φοιτητές/τριες με χαμηλές βαθμολογίες.
Κλείνοντας, θα αναφερθώ ξανά στην ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη για το Πανεπιστημιακό Άσυλο στη Βουλή, όπου είχε πει χαρακτηριστικά για τον απόφοιτο των ελληνικών δημόσιων ΑΕΙ: “Ο φοιτητής αυτός μπορεί να είναι μεταξύ εκείνων των πολλών, που συνεχίζουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό και εκεί θα βιώσει τη μεγάλη απογοήτευση, ίσως και τη μεγάλη ντροπή. (...) Να γίνει και αυτός ένας από τους χιλιάδες επιστήμονές μας που ζουν εκτός συνόρων και να διηγείται στους ξένους φίλους του, πώς ο ίδιος ξεκίνησε, κάποτε, τις σπουδές του σε μία Σχολή αλλιώτικη απ’ τις άλλες”.
Ως απόφοιτη λοιπόν του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που ακολούθησα μεταπτυχιακές σπουδές σε δημόσιο Πανεπιστήμιο του Εξωτερικού (Πολυτεχνείο Μονάχου), δεν ένιωσα ποτέ ντροπή για το πανεπιστήμιο που σπούδασα και δεν έκρυψα στιγμή πόσο περήφανη αισθάνομαι για τις γνώσεις και τα ερεθίσματα που μου έδωσε, ή για τους καθηγητές που είχα την τιμή να γνωρίσω ή/και να συνεργαστώ. Κι αν η σχολή μου ήταν αλλιώτικη από τις άλλες (αυτές του εξωτερικού), ήταν γιατί με ελάχιστη κρατική χρηματοδότηση και με ένα σύνολο εμποδίων που η γραφειοκρατία και οι πολιτικές αποφάσεις της χώρας μας της βάζουν, καταφέρνει να έχει αποφοίτους περιζήτητους στο εξωτερικό. Στη Γερμανία συγκεκριμένα, όπου ζω, θα συναντήσει κανείς -κατά κανόνα- απόφοιτο ελληνικής Ιατρικής Σχολής σε πολλά νοσοκομεία της χώρας, έλληνες καθηγητές στα πανεπιστήμιά της, αρκετούς μηχανικούς (π.χ. ηλεκτρολόγους, μηχανολόγους, χημικούς) στη βιομηχανία της κ.α. .
Αν αισθάνομαι όμως για κάτι ντροπή ή απογοήτευση, αυτό είναι όταν ένα από τα πιο σημαντικά αγαθά της δημοκρατίας μας, η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, υποβαθμίζεται ή όταν μειώνονται συνειδητά οι ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας που δίνει η χώρα μου. Όταν για να εξυπηρετηθεί το αφήγημα της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, το δημόσιο πανεπιστήμιο δυσφημείται με μία προπαγάνδα που κάθε απόφοιτος δημοσίου πανεπιστημίου της Ελλάδας μπορεί να διαψεύσει. Το νέο νομοσχέδιο, θα έρθει λοιπόν να επισφραγίσει την κοινωνία δύο ταχυτήτων, που προωθείται με ένα σύνολο κρατικών αποφάσεων όλα αυτά τα χρόνια. Αν δηλαδή κάποιος/α έχει χρήματα, τότε έχει υγεία, έχει εκπαίδευση, έχει ευκαιρίες. Κάπως οξύμωρο θα μπορούσε να πει κανείς για μια κυβέρνηση (αναφέρομαι στη ΝΔ) που αναδείχθηκε με moto της την αριστεία, να οδηγεί στο να διαμορφώνεται το μέλλον ενός πολίτη όχι με βάση τις ικανότητές του, αλλά με κριτήριο τελικά πόσα χρήματα έχει η οικογένεια στην οποία γεννιέται ή/και μεγαλώνει.