Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ιδρύθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ως μέσο για να τεθεί ένα τέλος στο αγαπημένο χόμπι των Ευρωπαίων, που ήταν να λύνουν τις διαφορές τους με αιματηρούς πολέμους. Η εξασφάλιση της ειρήνης μέσω της δημιουργίας μιας κοινής αγοράς (που οδήγησε τελικά στην οικονομική και νομισματική ένωση) είναι ένα πείραμα με αξιοσημείωτα αποτελέσματα: η Ευρώπη έχει βιώσει τη μεγαλύτερη περίοδο ειρήνης από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ο πόλεμος μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών φαίνεται τώρα σχεδόν αδιανόητος. Φυσικά, οι ανώτατοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, όπως με την πρόσφατη περίπτωση του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, δεν χάνουν την ευκαιρία να υπενθυμίσουν στο κοινό αυτό το επίτευγμα κάθε φορά που οι πολιτικές της νέας Ρώμης αμφισβητούνται από τους δυσαρεστημένους Ευρωπαίους υπηκόους, μπουχτισμένοι καθώς είναι με τις αυταρχικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τις διασώσεις των τραπεζών μεταμφιεσμένες σε διασώσεις κρατών, τις πολιτικές λιτότητας και τη λεηλασία των χρεωστριών χωρών από το κέντρο.
Η απουσία πολέμου από τις σχέσεις των ευρωπαϊκών εθνών στη μεταπολεμική περίοδο και οι ιστορικές εξελίξεις προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που οδήγησαν στη διαμόρφωση της σημερινής Ε.Ε., υποδεικνύουν ωστόσο συσχέτιση αντί κάποια αιτιατή σχέση ανάμεσα στις δυο μεταβλητές. Η φύση και η δομή του παγκόσμιου συστήματος που αναδύθηκε στη μεταπολεμική περίοδο - με τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν τα ηνία της παγκόσμιας ισχύος, την εμφάνιση του ΝΑΤΟ, και την παρουσία των πυρηνικών όπλων - περιόρισε σημαντικά τις προοπτικές για την επανέναρξη πολέμου ανάμεσα στους παραδοσιακούς εχθρούς στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Θα μπορούσε ακόμα να προσθέσει κανείς και τον βαθύ και μεγάλο ψυχολογικό αντίκτυπο που είχε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στη συνείδηση των Ευρωπαίων ηγετών και πολιτών.
Το ευρωπαϊκό πείραμα οικονομικής ολοκλήρωσης -από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση- υποτίθεται ότι έχει επίσης συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και κοινωνική εξέλιξη των κρατών-μελών της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των χωρών στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής οικονομίας. Όμως η εκτίμηση αυτή είναι μάλλον υπερβολική. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει να κάνει κυρίως με την ευθυγράμμιση του ανταγωνισμού και τις ισχυρές βιομηχανικές οικονομίες του Βορρά να λεηλατούν τις αδύναμες οικονομίες του Νότου. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν έχει παραγάγει ούτε σύγκλιση ούτε πρότυπα βιώσιμης ανάπτυξης. Το βιοτικό επίπεδο των μεμονωμένων κρατών-μελών έχει επηρεαστεί από ριζικά διαφορετικούς τρόπους, με τις τάσεις ανισότητας να αυξάνονται τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών-μελών.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι οικονομικές αδυναμίες της Ευρώπης ξεχώριζαν την περίοδο των δεκαετιών του 1970 και 1980 παρά την έκρηξη των συμφωνιών περί ενδοκοινοτικών εμπορικών σχέσεων εκείνη την περίοδο. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 ήταν μια πολιτική αντίδραση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη δομική κρίση που αντιμετώπιζαν οι τότε 12 χώρες-μέλη και αντιπροσώπευε μια μόνιμη απομάκρυνση από τις κεϋνσιανές πολιτικές, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των εταιρικών κερδών. Αντί της κοινωνικής προστασίας και της ανάπτυξης μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής, η κυρίαρχη πλέον αντίληψη είναι η λογική της αγοράς. Η σταθερότητα των τιμών αντικατέστησε την έμφαση στην απασχόληση και η «μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας» έγινε το νέο δόγμα. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη άνοιξε επίσης τον δρόμο για μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και την απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η ευρωπαϊκή εποχή του καπιταλισμού της «ελεύθερης αγοράς» είχε φτάσει.
Βέβαια, ο καπιταλισμός της «ελεύθερης αγοράς» είναι ένας από τους μεγάλους μύθους της εποχής μας. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει να κάνει με την εταιρική/χρηματοοικονομική επίθεση ενάντια στο κοινωνικό κράτος και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης εκ μέρους του κεφαλαίου, την ανεξέλεγκτη και ανεύθυνη κινητικότητα του κεφαλαίου, τη στρατηγική τοποθέτηση για νέες αγοραίες ευκαιρίες μέσω της άρσης των εγχώριων πολιτικών και οικονομικών εμποδίων. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια ιδεολογία που αναπαράγεται από τις χώρες του κέντρου και επιβάλλεται στις αδύναμες χώρες στην παγκόσμια οικονομία, ενώ οι ίδιες διατηρούν το δικαίωμα να ασκούν πολιτικές προστατευτισμού για τις αγαπημένες τους βιομηχανίες. Έτσι, είναι λάθος να ερμηνεύει κανείς την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ως μια περιεκτική στρατηγική για την προώθηση της «ελεύθερης αγοράς» εκ μέρους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η άρση των εμποδίων για την επέκταση του «ελεύθερου εμπορίου» περιορίστηκε στα ευρωπαϊκά έθνη και απέκλεισε χώρες εκτός της ευρωπαϊκής αγοράς. Ακόμα και σήμερα, φτωχές χώρες από τη Λατινική Αμερική και την Αφρική αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες διείσδυσης στην ευρωπαϊκή αγορά για τα γεωργικά προϊόντα τους.
Επιπλέον, όπως και με την προώθηση οποιουδήποτε επιλεκτικού νεοφιλελεύθερου έργου, και σε οξεία αντίθεση με την επίσημη ρητορική, ο ρόλος των θεσμικών οργάνων είναι καταλυτικής σημασίας στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ε.Ε. έχει εξελιχθεί σε έναν τεράστιο, γραφειοκρατικό λαβύρινθο, τελείως απομακρυσμένη από κάθε δημόσιο έλεγχο και που ποτέ δεν λογοδοτεί στους πολίτες. Η αντιδημοκρατική της φύση είναι εντυπωσιακή. Όλες οι σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την Ε.Ε. λαμβάνονται στο ανώτερο επίπεδο, χωρίς ποτέ τη συμμετοχή των ίδιων των πολιτών, οι οποίοι κρατιούνται μακριά από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Με παρόμοιο τρόπο αγνοούνταν οι υπήκοοι στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Στην περίοδο της κρίσης της Ευρωζώνης, ακόμη και οι αρχηγοί κρατών έχουν ελάχιστη ή καθόλου συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (όπως είδαμε στην περίπτωση της Κύπρου), με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών να συμπεριφέρεται ως νέος Καίσαρας.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που επισημοποίησε τη θεσμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού και επικύρωσε τη μετάβαση στη νομισματική ένωση με την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος, του ευρώ, ήταν η πολιτική έκφραση εκ μέρους της ευρωπαϊκής ελίτ για τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Η κίνηση προς την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος στόχευσε στο να καταστούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες περισσότερο αποτελεσματικές και λιγότερο κοστοβόρες, με απώτερο σκοπό τη μείωση του κόστους εργασίας. Με την υιοθέτηση του ευρώ, η λιτότητα μετατρέπεται σε θεμελιώδες συστατικό της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας (τα σκληρά μέτρα λιτότητας που επιβάλλονται από την τρόικα στη Ελλάδα αποτελούν μορφή τιμωρίας για το γεγονός ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις αγνόησαν τον κανόνα για τον περιορισμό της δημοσιονομικής πολιτικής που είναι ενσωματωμένος στη Συνθήκη του Μάαστριχτ), μαζί με την ελαστικότητα στην αγορά εργασίας και άλλες αντικοινωνικές μεταρρυθμίσεις (ιδιωτικοποιήσεις, εμπορευματοποίηση της υγείας και της παιδείας, μεταρρυθμίσεις στα συνταξιοδοτικά συστήματα και συνολική αγοραιοποίηση της κοινωνίας).
Στην Ελλάδα, ελάχιστοι ήταν αυτοί που δεν ήθελαν να κλείσουν τα μάτια στο γεγονός ότι η ιδέα της κοινωνικής Ευρώπης είχε προ πολλού εκλείψει όταν εμφανίστηκε το ευρώ. Η καθεστωτική πολιτική τάξη είχε, ως συνήθως, υποκύψει ολοκληρωτικά στις βλέψεις και τις φιλοδοξίες των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και του κεφαλαίου, ενώ τα εγχώρια ΜΜΕ έπλεκαν το εγκώμιο της νέας ευρωπαϊκής εποχής -την ανάδυση μιας νέας Ρώμης για την αυτοκρατορική λεηλασία των χωρών του Νότου.
Το τοπίο έχει ξεκαθαρίσει. Τώρα τι κάνουμε;